Τα Λόφωτα



    Τα Θεοφάνεια είναι για τον Ελληνισμό μια λαμπερή γιορτή, με ελπιδοφόρο κι αισιόδοξο μήνυμα, γεμάτη συμβολισμούς. Είναι μέρα αφιερωμένη στη λατρεία των νερών (που θεωρούνται «αβάφτιστα» και μιαρά ως τις 6 του Γενάρη), μέρα καθαρμών, εξυγίανσης και καθαγιασμού της φύσης.

    Σε πολλά ερυθραιώτικα τοπικά ιδιώματα, η παραμονή ονομάζεται Μισόφωτα και ανήμερα η γιορτή Λόφωτα. Τρεις μέρες (5-7 του Γενάρη) κρατούσε αυτή η γιορτή, κατά το λαϊκό ρητό «τρεις τα Γέννα, τρεις τα Φώτα κι έξι την Ανάσταση», και  παντού την τιμούσαν με ι­διαίτερη θρησκευτική ευλάβεια, αλλά και με εθνική έξαρση, καθώς έκαναν και στην Ανάσταση.

    Μεγάλη, λαμπρή και χαρμόσυνη μέρα, ιδίως σε παραλιακούς τόπους, στα γιαλούσικα τα μέρη, όπως το Εγγλεζονήσι, η Αγιά-Παρασκευή, ο Τσεσμές, η Κάτω Παναγιά, το Λυθρί, το Κερμεάλεσι, οι Σκάλες του Μουρντουβανιού και του Αχιρλιού, το Γενίλιμάνι κ.ά., όπου ο ναυτόκοσμος θεωρούσε κορυφαίο γεγονός της νέας χρονιάς τον αγιασμό των νερών, ένα ορόσημο για τα ταξίδια.

    Εκτός απ’ τους παραθαλάσ­σιους πληθυσμούς, πολλοί κάτοικοι που έ­μεναν στα μεσόγεια, σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα, κατέβαι­ναν για να ρίξουν το σταυρό στο γιαλό: οι Βουρλιώτες στη Σκάλα του Βουρλά, οι Αλατσατιανοί στην Αγριλιά ή στα Λίτζια, οι Ρεϊσντεριανοί στο Κερμεάλεσι, οι Κιλιζμανιώτες στο Τσιφλίκι τ’ Άη-Γιωργιού, οι Μελιώτες στους Μαγατζήδες και στο Μαντράκι, οι Καραμπουρνιώτες στο Γρίλιμάνι, στου Γιαννάκη τα Μαγαζιά και σε άλλα λιμανάκια καρσινά (γειτονικά) στα χωριά τους.

    Επειδή στο επίνειο του Σιβρισαριού, το Σιγατζίκι, κατοικούσαν μόνο Τούρκοι, οι Σιβρισαριανοί έφτιαχναν μιαν αυτοσχέδια εξέδρα για να ρίξουν το σταυρό στο νερό μέσα στον Ταξιάρχη, τη μοναδική εκκλησά του χωριού. Έβαζαν ένα μεγάλο τετράγωνο κρεβάτι στη μέση του ναού, με τέσσερα μακριά μπουντάκια (κλαδιά) στις γωνιές, τα ένωναν από πάνω σαν σταυρωτή αψίδα, και κρεμούσαν στο κέντρο ένα βαρακωμένο πορτακάλι (ντυμένο με χρυσόχαρτο). Απάνου από τσι τάβλες του κρεβατιού ήστρωναν ωραία χαλιά κι απέ ήβαζαν την κολυμπήθρα γιομάτη νερό. Αυτού μέσα άγιαζε ο παπάς κι ήριχνε το σταυρό.

     Όλος ο κλήρος πήγαινε στη μεγάλη γιορτή των ναυτικών και των καραβοκυραίων, σε συγκεκριμένο στολισμένο μέρος στο γιαλό, μέσα σε διπλοκάμπανα (εορταστικές κωδωνοκρουσίες), με τα μπαριάκια (λάβαρα) και τα ξεφτέρια τση εκκλησιάς επικεφαλής. Στην Αγιά-Παρασκευή, που ήταν το μεγαλύτερο ναυτοχώρι της Ερυθραίας με 300 πλεούμενα και βάλε, κάθε ενορία από τις τρεις του χωριού έριχνε ξεχωριστά το σταυρό στη θάλασσα του Ταλιανιού. Εκεί μαζεύονταν ένα γύρο καΐκια ολοστόλιστα, γεμάτα κόσμο. Στην Κάτω Παναγιά κι οι δυο ενορίες (η Παναγιά κι ο Άη-Δημήτρης) εν πομπή κατέφθαναν στο λιμάνι, να ρίξουν το σταυρό κοντά τελωνείο και στο μεγάλο καφενέ του Παπαχατζηδάκη. Στο Λυθρί, όλοι κατεβαίναν στο γιαλό από την αψηλά χτισμένη εκκλησιά της Ζωοδόχου Πηγής. Λεθριανοί σαρβαράδες (βρακάδες) και φραγκοφορεμένοι (κουστουμαρισμένοι), κοκόνες (κυρίες) τυποδεμένες (καλοντυμένες) και σισταρισμένες (περιποιημένες) με τα μάλλινα μισοφούστανα και τσι ρομπίτσες (ευρωπαϊκά φουστάνια) τσι φερμένες αφ’ τη Σμύρνη μας, παιδιά με τα μαρνέλικα (ναυτικά) ξεχείλιζαν ώσαμε τα μπούνια κάθε λογής πλεούμενο. Βάρκες, κουρίτες (είδος λέμβου), σακολέβες, περάματα (ψαροπούλες), ακόμη και τα καΐκια που κουβαλούσαν οικοδομικά υλικά από τα περίφημα τουβλοκάμινα κι ασβεσταριά του Μαυρογιάννη, του Κατσιάνου, του Κώτη, του Μαγγανά, όλα ηβουλούσαν αφ’ τον πολύ κόσμο.

    Μόλις ο παπάς έριχνε το σταυρό στο νερό (χωρίς να τον έχει δεμένο με κορδέλα, όπως σήμερα), άξοι κουλουμπητάδες (κολυμβητές) ήπεφταν σαν τα χέλια, σκεδόν αξεβράκωτοι, μέσα στο παωμένο νερό κι ηπαραμπαρίζουντο (συναγωνίζονταν) ποιος θε’ να τόνε πιάσει, να τόνε φέρει στην ασημένια απαλαριά (δίσκο) του παπά. Ο τυχερός θα είχε τη θεία ευλογία και χάρη για κείνη τη χρονιά, γιατί ο σταυρός χαρίζει γεροσύνη (υγεία) και προστασία. Κι απέ, κείνο το σταυρό τα παλικάρια τον εγυρίτζαν σε όλα τα σπίτια μέσα στην απαλαριά που ήτονε στολισμένη με βάγια, αβιουρέτες (ναρκίσσους) και λογιώ λογιώ πούλουδα. Ο κόσμος απλοχερίτζαν (έδιναν χρήματα) κι ετρατέρνανε (κερνούσαν) τον ικανό βουτηχτή και τους φίλους του. Εκείνοι τις παράδες κάθε νταϊφάς (ομάδα) τις έδινε στις εκκλησιές για το καλό και τη γεια του.  

    Μετά τη λειτουργία και τον αγιασμό των υδάτων, σε πόλεις και χωριά της Ερυθραίας, οι παπάδες, συνοδευόμενοι συνήθως από ένα παιδάκι που βαστούσε το μπαρκάτσι (μεταλλικό δοχείο με τον αγιασμό) ηπερ­νούσανε πόρτα πόρτα ούλοι τσι χριστιανικοί μαχαλάδες κι α­γιάζανε τα σπίτια με το σταυρό και μια τσούμπα (φούντα) δεντρολιβανιά. Οι νοικοκυραίοι τσι ρίχνανε οχταράκια και μετελλίκια (τούρκικα νομί­σματα, ασημένια και χάλκινα, μικρής αξίας), μα και μετζίτια (ασημένια εικοσάρια) οι πιο πλούσοι.

    Στην πόλη των Βουρλών, οι παπάδες κάθε ενορίας, με την αγιαστούρα, το μπακράτσι του αγιασμού και το παιδί-βοηθό, ηγύριζαν από τα Μισόφωτα κι ηφωτίζανε στην αράδα ούλα τα σπίτια του Βουρλά. Επειδή όμως αυτά ήταν αμέτρητα (εννιά μεγάλοι χριστιανικοί μαχαλάδες με 27-30.000 Έλληνες!), συνέχιζαν το άγιασμα και την επομένη, στα Λόφωτα.