4, 5 κι 6 Δεκεμβρίου Ήρκανε τ’ Αηνικολοβάρβαρα

4, 5 κι 6 Δεκεμβρίου

Ήρκανε τ’ Αηνικολοβάρβαρα!

 

Χρόνια πολλά και καλά στη Βαρβάρα!

Στο Σάββα, τη Σαββούλα και τη Σαββίτσα!

Στο Νικολή, στη Νικία και στη Νίκη!

 

 

Θοδωρής Κοντάρας

4 του Δεκέβρη του 2020

 

Αφ’ τα σήμερα ώσαμε την Κυριακή, στσι 6 του Δεκέμβρη, γιορτάζουνε τρεις σπουδαίοι και τρανοί Μικρασιάτες Άγιοι: η Αγιά-Βαρβάρα, ο Άη-Σάββας κι ο Άης Νικόλας, ο θαματουργός. Ετούτες δα οι μέρες κι οι τρεις ματζί λέγουνται από τσι Ελυθραιώτες Αηνικολοβάρβαρα κι ούλη η Ρωμιοσύνη έχει ένα σωρό αντέτια για λό’ου ντως.

 

    Πρώτο απ’ ούλα, στα μέρη τση Σμύρνης και τση Ελυθραίας ηλέανε πολλά για τσι κακοκαιριές και τα χειμωνιάτικα κρύα, σαν και τούτα τ’ αποκατινά:

1.    Τση Αγιά-Βαρβάρας βαρβαρώνει το κρύο.

2.    Ό,τι καιρό κάνει τσ’ Αγιά-Βαρβάρας, τον ίδιονε θέ’ να κάνει και τα Χριστούγεννα.

3.    Ετούτες τσι μέρες κάνει τόσο πολύ κρύο –μπούζι!– που… Άη-Βαρβάρα βαρβαρώνει, Άη-Σάββας σαβανώνει κι Άη-Νικόλας παραχώνει! Τούτο δα το λένε επειδής, άμα χιονίσει και μπουζιάσει ο τόπος, γιά πεθαίνουμε αφ’ το κρύο γιά θαβούμαστε στο χιόνι! Κι οι Αλατσατιανοί ηλέανε και τούτοδάκι: Τ’ Άη-Νικόλα κι οι τοίχοι ‘ποξυλώνουν! Δηλαδής αφ’ το κρύο ξυλιάζουνε και τα ντουβάρια! Κι άμαν ηχιόνιζε μια τέτοια μέρα, ηλέανε σε ούλη την Ελυθραία: Ο Άης Νικόλας ασπρίτζει τα γένια ντου!

4.    Σε ούλη την περιφέρεια του Τσεσμέ (Αλάτσατα, Ρεΐσντερες, Λυθρί, Μελί, Κάτω Παναγιά, Αγιά-Παρασκευή και τα χωριαδάκια ντως) ηλέανε κι αυτοδάκι: Αγιά-Βαρβάρα γέννησε, Άη-Σάββας τό ‘κουσε κι Άης Νικόλας ήτρεξε να πά’ να το βαφτίσει. Μα δεν ηξέρω τι θέ’ να πούνε τούτα τα λόγια… Κάποιοι μού ‘πανε πως το λέγανε για τα μωρά που γεννιόντουστε τέτοια εποχή και κιντυνεύανε να πεθάνουνε απ’ το κρύο, για να τα βαφτίσουνε γλήγορα γλήγορα, μη λάχει και πεθάνουνε δρακάκια, δηλαδής αβάφτιστα κι αμύρωτα.

5.    Και του Άη-Σάββα ούλοι τρώνε φάβα, που ‘ναι φαγάκι νηστίσιμο και θρεφτικό κι εφτανόστιμο, μιας και βρισκούμαστε στο Σαραντάμερο και έχομε (τάχα) νηστεία.

   Η Αγιά-Βαρβάρα ηκαταγούντανε αφ’ τα μέρη του Πόντου, αφ’ τη Μερζεφούντα. Πολλές ιστορίες ξιστορούσανε οι νενέδες μας γι’ αυτήνανε. Ο πατέρας τσης ηλεγούντανε Διόσκουρος και ήντανε αξιωματικός. Τήνε αγάπαε πάρα πολύ κι ήθελε να τήνε παντρέψει μ’ έναν άρκοντα ειδωλολάτρη. Μα η κόρη δεν ήθε’ κι ηφανέρωσε πως ήτονε Χριστιανή. Τότενες ο μπαμπάς τσης ήφαε τα πάτσαλά του κι ηάφρισένε αφ’ το κακό του κι ήθε’ να τήνε σκοτώσει. Η Αγιά ηπερικάλαε το Θεό να τήνε γλυτώσει κι αμέσως ένας αθεόρατος καγιάς ηάνοιξένε κι απέ ήκλεισένε την κόρη μέσα! Μα ημείνανε απ’ όξω τα μακριά μαλλιά τσης κι από ‘φτά την ήπιασένε ο πατέρας τσης και τσ’ ήκοψε την κεφαλή, ο αθεόφοβος! Ύστερις όμως ήπεσένε η Αγιά-Φωτιά αφ’ τα ουράνια κι ένα στρουπελέκι τον ηκατάκαψε το φονιά Διόσκουρο!

    Για ταύτος, πολλοί ορκίζουνται λέ’οντας «Μα τη φωτιά τση Αγια-Βαρβάρας!» γιά λένε τούτο: «… που να με κάψει η φωτιά τσ’ Αγια-Βαρβάρας!»

 

    Κι ένας άλλος λό’ος, που τόνε ηξέρανε ούλοι οι παλιοί αθρώποι κι ούλες οι νενέδες των παιδακιώ, λέει πως η Αγιά-Βαρβάρα ήντανε πεντάμορφη, γκιουζέλ ντουνιά κοπέλα, κι ο άτιμος ο πατέρας τσης ήθελε να τήνε παντρέψει κι αυτή δεν ήθε’, για ταύτος κι ηπερικάλεσε το Θεό να τήνε ασκημύνει τόσο πολύ, που να μην τήνε θέ’ κανείς, ούτες κι ο ίδιος ο πατέρας τση. Κι ο Θεός την ήκουσε, επειδής ήτανε καλή Χριστιανή, και τσ’ ήστειλε τσι γλυκιές στη μούρη τσης κι ήχυσε την ίλερη στο κορμί τσης κι απέ η Αγιά-Βαρβάρα ηγένηκε κατακόκκινη και τσιμπινή, με τα μούτρα ούλο τρούπες και λακκώματα από ‘φτές τσι καταραμένες αρρώστιες. Ηγλύτωσε προς ώρας απ’ το γάμο κι απέ ο Θεός την ήκαμε καλά. Μα κείνος ο λυσσασμένος κι ο αζντισμένος ο μπαμπάς τση, τόμου τηνέ ‘δε γιατρεμένη, τσ’ ήκοψένε το κεφάλι πέρα για πέρα με τη χαντζάρα του!

    Ματζί όμως με τσι γλυκιές και την ίλερη (τη βλογιά και την ιλαρά, που λένε τώρα, μαθές), ο Θεός τσ’ ήδωκε τη δύναμη να κάνει θάματα, να θαραπεύει, μαθές, ετούτες τσι κακιές αρρώστιες.

    Για ταύτος οι Σμυρνιές, ανήμερα στη χάρη τσης, ηστολίζανε τα παιδάκια τως και τα πηαίνανε στσι εκκλησιές να ματαλάβουνε, για να ‘χουνε την προστασία τσης. Έτσιδα τιμούμε και σεβούμαστε τούτη τη μεγάλη Αγία που φυλά, λυτρώνει και θαραπεύει τα παιδιά από τσι μολεμένες και βαριές αρρώστιες. 

 

     Σε κείνα τα παλαιικά χρόνια, που δεν υπάρχανε μπόλια και φάρμακα σαν και τώρα, άμαν ήπεφτε σερμός κάποιας αρρώστιας κι ησερνούντανε κι ηαπλωνούντανε παντού, ημόλευένε ούλοι τσι αθρώποι κι ο κοσμάκης ήπεφτε ξερός! Η βλογιά τότες ηθέριζε, ήτανε τρομερή και φοβερή και κολλητικιά αρρώστια, που τήνε νοματίζανε  καταραμένη γιά ξορκισμένη, μα το πιο πολύ οι Σμυρνιοί κι οι Ελυθραιώτες την ηλέανε γιά γλυκιές γιά ζαχαρένιες γιά μελογαλούσα, για να τήνε καλοπιάσουνε, μαθές, που ήτανε και βαριά και πικριά και κακιά αρρώστια, χωρίς τίποτα το καλό και το γλυκό.




 

Η Αγ. Βαρβάρα. Τοιχογραφία από το σερβικό ναό της Παναγίας Λιέβισκα στο Πριζρέν του Κοσόβου (1310-1315).

 

Σε ούλη την περιφέρεια τση Σμύρνης ίσαμε τα Βουρλά και τα χωριά τως, μα πιο πολύ στο Σεβντίκιοϊ, στον Μπουτζά και στον Κουκλουτζά, ήτανε αντέτι τση Αγιά-Βαρβάρας να χύνουνε λουκουμάδες γιά να μοιράζουνε μελόψωμα. Στα τρίστρατα, το λοιπό, και στα ντουρσέκια και στσι πλατέες τω χωριώνε, μα και μέσα στη Σμύρνη -στσι λαϊκοί μαχαλάδες όμως-, ηστένανε φουβούδες με ντεντζερέδια και τηγάνια κι ηχύνανε τσι λουκουμάδες γιά ηψένανε τηανίτες μέσα στο καυτό σαμόλαδο και τσι σελβέρνανε περεχυμένες με το μέλι και πασπαλισμένες με την κανέλα. Άλλες κεράδες, ‘κειδανά όξω απ’ το σπίτι, πάλι ηκόβγανε φελιά ζεστό ψωμί και τα βουτούσανε στο μελόγαλο κι απέ τα κουκκίζανε με κανέλα μπόλικια. Ούλα τούτα τα μοιράζανε στσι περαστικοί και στα γειτονικά σπίτια που ‘χανε παιδιά κι αυτοί που τα ηπαίρνανε, ήπρεπε να ‘φκηθούνε «Μέλι και γάλα στη στρατα τσης!», νογώντας να φύει η κακιά αρρώστια, να πάει στο καλό, μακριά από ‘φτούς.

 

     Σ’ άλλα χωριά, κοντινά στη Μαγνησιά, στη Μαιλεμένη, στα Σώκια και στ’ Αϊντίνι, ηψένανε αποβραδίς τση γιορτής τα βάρβαρα. Ετούτο δα είναι σαν το κολλυβόζουμο, μα έχει κι άλλα πολλά μέσα. Το βράσιμο ηγενούντανε πάντα τη νύχτα, να βράσει ματζί κι η αρρώστια, να μην την εύρει το πρωί.

 ‘Ξόν απ’ το στάρι και το κλιθάρι, που τα ηβράζανε ώρα πολλή ώσαμε να γενούνε μπουλαμάτσι, ηρίχνανε στον ντέντζερη όσοι σπόροι θες, ούλοι από λίγο -φασόλια, ροβίθια, κουκκιά, φακές, αρακά, καλαμπόκι-, κι απέ, άμαν ηβράζανε κι ηχυλώνανε ούλα ‘φτά, ηρίχνανε αυτού μέσα λίγες σταφιδίτσες, λίγια ζαχαρίτσα και λίγα ψιλοκομμένα σύκα και καΐσια.    

    Κι όταν ήτανε να μοιράσουνε στσι γειτόνοι τως από ‘φτό το μπουλαμάτσι –το χυλό, μαθές-, ηκουκκίζανε από πάνου καρύδια γιά μύγδαλα κοπανισμένα, κανέλλα μυρουδάτη, κουκκούδια του ροδιού και καβουρντισμένο σουσάμι. Κι όσες νοικοκεράδες ησάχνανε τα βάρβαρα, μα κι αυτοί που τα τρώανε, ήπρεπε να πούνε δυνατά «Τρεις κι αυτές στον πισινό!», δηλαδής όποιος λάχει και χύσει τσι ζαχαρένιες, τσι γλυκές μαθές, να βγάλει τρία σημάδια στον πισινό του μοναχά κι όχι αλλού στο κορμί του.

    Αυτό το αντέτι με τα βάρβαρα, που το είχανε για τη χάρη τση Αγιά-Βαρβάρας, ούλοι οι διαβασμένοι κι οι πολλόξεροι λένε πως έρκεται απ’ την αρκαιότη, από κείνοι τσι θεοί των αρκαίω μας, την Εκάτη και τη Δήμητρα με τα δείπνα τους και τα πολυσπόρια.

 

    Και να μην ξεχάσω να σας πω πως τση Αγιά-Βαρβάρας ηγιόρταζε το Απάνου Ντεμερτζιλί, το βουρλιώτικο χωριαδάκι που ‘χε μια τέτοιαν εκκλησά κι ήστενε μικρό χειμωνιάτικο πανηγυράκι.

Ένα πιάτο με ασουρέ, είδος βαρβάρων που φτιάχνουν σήμερα πολύ συχνά στην Τουρκία.


(φωτ.: Ανδρέας Μπαλτάς)

 

Ο Άη-Σάββας (Ηγιασμένο τόνε λένε οι παπάδες) ηγεννήθηκε στη Μουταλάσκη τση Καππαδοκίας (το Ταλάσι, που λένε οι Καραμαλήδες) κι απέ ηπήε στσι Άγιοι Τόποι κι ημόνασε σ’ ένα δικό του μαναστήρι ως τα βαθιά του γεροντάματα, αφού ηπέθανε σκεδόν εκατό χρονώ. Το λείψανό του ηάγιασε και ύστερις, για να μην το χαλάσουνε οι Αράπηδοι, το κουβανήσανε στην Πόλη, μα κι από ‘κεί το σουφρώσανε κείνοι οι παναθεματισμένοι οι Ταλιάνοι, που δεν ηαφήκανε τίποτας όρτιο στην Πόλη μας –ο σταυρός τσι μάρανε!–, και το πήανε στη Βενετιά. Και μετά από 700 χρόνια και βάλε, ο πάπας τως το ήδωκε πίσω στο μαναστήρι ντου, στα Γεροσέλυμα, κι εκειδά πέρα θέ’ να τό βρεις σήμερο. Να κι ο τάφος του από κάτω!

 

 


 

    Σε κείνο δα το μαναστήρι του Άη-Σάββα, που ‘ναι στην έρημο τση Παλαιστίνης, ηπροσκυνούσανε ούλοι οι χατζήδες που ηπηαίνανε στον Άη-Τάφο και στου Χριστού τον Τόπο.

    Ο Άη-Σάββας ήκανε πολλά θάματα κι ηγιάτρευε ούλοι τσι αρρώστοι, για τ’ αυτό και τόνε σέβουνται ώσαμε σήμερα και οι γεροί και οι αρρώστοι.

 

Η μονή που ίδρυσε το 485 στην έρημο της Ιουδαίας ο Άγ. Σάββας έχει φρουριακό χαρακτήρα και θεωρείται από τα αρχαιότερα μοναστήρια στον κόσμο, παλαιότερο και από το Σινά (ιδρύθηκε το 563) και από τις μονές του Αγ. Όρους (ιδρ. από τον 10ο αι. και πέρα).

 

Ο Άης Νικόλας είναι από τσι πιο σπουδαίοι Άγιοι μας. Μικρασιάτης γεννημένος στα Πάταρα τση Λυκίας, καρσί σκεδό στο Καστελόριζο, έζησε ίσαμε την αρκή τση Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τον καιρό του Μεγάλου Κωσταντίνου. Ήτανε δεσπότης τω Μυρώ κι έτσιδα τόνε ξέρουνε οι πολλοί: ο Άης Νικόλας τω Μυρώ. Εκεί κάτου στα Μύρα ήτανε ο τάφος του και μια μεγάλη αρκαία εκκλησιά που σώζεται μισοχαλασμένη ως τα τώρα. Μα το λείψανο του Αγιού το ηκλέψανε κι αυτό πάλι οι Ταλιάνοι το 1087 και το πήανε στο Μπάρι κι από τότενες λένε «ο Σαν Νικόλα ντι Μπάρι» και τον έχουνε για προστάτη τως.

    Ο Άης Νικόλας ήκανε θάματα αλογάριαστα κι ο νους του ήτανε πάντα στο καλό. Ήσωζε τσι θαλασσινοί απ’ τσι φουρτούνες, ηγιάτρευε τσι αρρώστοι, ηπροστάτευε τσι χήρες και τα ορφανά, βοήθαε τσι γέροι και τσι φτωχοί, ηλευτέρωνε τσι φυλακισμένοι… Και τι δεν έκανε! Για ταύτος τόνε ηαγαπούσανε ούλοι και τον ηλατρεύανε και προπαντός οι καραβοκύρηδοι, οι γεμιτζήδες κι οι ναύτηδοι. Και οι Βρωπαίοι, από τα καλά που φέρνει στα παιδιά,  τον έχουνε όπως εμείς τον Άη-Βασίλη και τόνε λένε Σάντα Κλάους και Σιντ Νικλάας.

 

Ο Άγ. Νικόλαος. Εικόνα από την κατεχόμενη Κυθρέα της Κύπρου

Κανόνα πίστεως καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας διδάσκαλον

ἀνέδειξέ σε τῇ ποίμνῃ σου ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια·

διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια.

Πάτερ Ἱεράρχα Νικόλαε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ,

σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

   

   Στη Σμύρνη μέσα, στο μαχαλά του Τσαϊρλί Μπαξέ, είχε μια μεγάλη εκκλησιά τούτου τ’ Αγιού, μα τώρα την έχουνε γκρεμνισμένη οι Τούρκοι. Ήτανε ο προστάτης όχι μόνο τω Σμυρνιώ θαλασσινώ, μα και των μπακάληδω. Σε τούτη την εκκλησιά ηγενούντανε πολύ μεγάλο παναΰρι στη χάρη του.

Άγ Νικόλαος. Εικόνα του 17ου αι. από τον ομώνυμο ελληνικό ναό στη Μεσσήνη της Σικελίας, που γκρεμίστηκε στον φοβερό σεισμό του 1908. Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών.

 

Εκκλησιά τ’ Άη-Νικόλα είχενε και στο Αχιρλί, στην πρωτεύουσα των Καράμπουρνω, που ήτανε λιμάνι και τόπος θαλασσινός. Μα να πούμε και τ’ άλλο: δεν ύπαρχε τόπος στην Ελυθραία δίχως κάποιο κλησιδάκι τ’ Αγιού γιά κάνα κόνισμα σφανταχτερό σε κάποια απ’ τσι με’άλες εκκλησιές του καθεμιανού τόπου. Στα Βουρλά, του Άη-Νικόλα γιόρταζε το σινάφι τω λαδάδω και τω λαδομυλωνάδω, που τον είχανε για προστάτη τως. Τόνε τιμούσανε και τόνε σεβούσανε πολύ οι Αγιαπαρασκευούσοι τρατάρηδοι κι οι ψαράδες, οι καραβοκύρηδοι του Τσεσμέ, τα ναυτάκια του Μελιού και των αποδέλοιπων καραμπουρνιώτικων χωριών, οι Κατωπαναούσοι κι οι Εγγλεζονησιώτες γεμιτζήδες κι οι Σκαλιώτες θαλασσινοί μαζί με τσι φαμελιές τως. Στη σκόλη του δεν ηδούλευγε κανείς κι ούλοι τήνε κρατούσανε για με’άλη γιορτή. Βάρκα δεν ήβγαινε στο γιαλό!

 

Μακάρι να ‘χομε τη βοήθεια και την προστασία τούτων των Αγιώνε!

Κι από χρόνου τέτοιες μέρες!

 

Θοδωρής Κοντάρας

4 του Δεκέβρη του 2020



Η Αγία Βαρβάρα και το έθιμο της Βαρβάρας στη Θράκη

 

 https://www.alexpolisonline.com/2011/12/o_04.html