Ερυθραία χώρος και ιστορία


  

Ερυθραία ονομάζεται η ιωνική χερσόνησος που βρίσκεται ανάμεσα στη Χίο και στη Σμύρνη. Η περιοχή αυτή είναι γενικά ορεινή και λοφώδης, με τρία ορεινά συγκροτήματα, τον ξερό και άγονο Μπόζνταγα (αρχ. Mίμας) στα βόρεια, το δασοσκεπές Κιράνι και το τραχύ Λεστρένι (αρχ. Κώρυκος) στα νότια και τα Δύο Αδρέφια (αρχ. Μαστούσιον Όρος) στα ανατολικά. Το έδαφος είναι σεισμογενές και η Ερυθραία πάντα υποφέρει από σεισμούς. Οι μικρές πεδιάδες κι οι λόφοι της είναι εξαιρετικά εύφορα μέρη, κατάλληλα ιδίως για την αμπελοκαλλιέργεια, ενώ η πολυσχιδής διαμόρφωση των ακτών προσφέρει καλά αραξοβόλια στους ναυτικούς. Το κλίμα είναι γενικά ξερό κι υγιεινό, με ήπιους χειμώνες και δροσερά καλοκαίρια, ιδανικό για μεσογειακές καλλιέργειες.

   Στην Ερυθραία εγκαταστάθηκαν Κρήτες από τον 14ο αιώνα π.Χ. Ο Παυσανίας αναφέρει πως ο Έρυθρος, ο γιος του μυθικού Ραδάμανθυ, έδωσε το όνομά του στη χερσόνησο, ιδρύοντας και τις Ερυθρές, που έγιναν αργότερα η σπουδαιότερη πόλη της περιοχής. Άλλες παραδόσεις αναφέρουν πως το όνομα οφείλεται στην ύπαρξη ερυθρών εδαφών σε πολλά σημεία (πράγμα που δεν ευσταθεί), καθώς και στο φυτό ερυθρόδανο ή ριζάρι που φυτρώνει άφθονο στην περιοχή και μ’ αυτό έφτιαχναν παλαιότερα κόκκινη βαφή για υφάσματα.

   Από τον 11ο π.Χ. αιώνα άρχισε η μαζική εγκατάσταση των Ελλήνων στη χερσόνησο, όπως και σε όλα τα μικρασιατικά παράλια, με τον Α’ αποικισμό. Ίωνες από την Αττική και τη ΒΑ. Πελοπόννησο πλημμύρισαν τις ιωνικές ακτές. Από τότε, λοιπόν, και ως το 1922 η ελληνική παρουσία στην Ερυθραία είναι αδιάκοπη. Τέσσερις από τις δώδεκα αρχαίες ιωνικές πόλεις βρίσκονται εδώ: η Λέβεδος και η Τέως (κοντά στο Σιβρισάρι), οι Κλαζομενές (κοντά στα Βουρλά) και οι Ερυθρές (σημερινό Λυθρί), πόλη που γνώρισε μεγάλη ακμή στην αρχαιότητα. Η Ερυθραία ακολούθησε τη γενική ιστορική πορεία της Ιωνίας. Οι κάτοικοι της διέπρεψαν στο εμπόριο, στη ναυτιλία (οι Ερυθραίοι ήταν οι εφευρέτες της διήρους), στην τέχνη και στα γράμματα (π.χ. Ανακρέων, Αναξαγόρας κ.α.), ίδρυσαν αποικίες στη Θράκη (Άβδηρα), στην Προποντίδα (Πάριον), στη Σκυθία (Φαναγόρεια, Τάναϊς) και στην Αίγυπτο (Ναύκρατις). Υποτάχθηκαν στους Λυδούς και στους Πέρσες, στους Αθηναίους, στους Επιγόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου και στους Ρωμαίους, διατηρώντας συχνά ευρεία αυτονομία και λαμπρή ακμή.

   Κατά τη βυζαντινή εποχή, η περιοχή υφίσταται πολλές ιστορικές μεταπτώσεις. Άλλοτε ακμάζει κι άλλοτε πέφτει στην αφάνεια, ταλαιπωρημένη κυρίως από τις αραβικές επιδρομές και μεγάλους σεισμούς, πάντοτε όμως βρίσκεται στην περιφέρεια των ιστορικών εξελίξεων. Αξιοσημείωτη είναι η ύπαρξη της Επισκοπής Ερυθρών ως τα χρόνια των Κομνηνών, πράγμα που δείχνει ότι η περιοχή ήταν πολυάνθρωπη. Οι επιδρομές των Τουρκομάνων από τον 11ο αι. και των Οθωμανών αργότερα ρήμαξαν και κατέστρεψαν σταδιακά τη χερσόνησο. Οι Γενοβέζοι, κυρίαρχοι της Χίου και της Φώκαιας, χτίζουν το κάστρο του Τσεσμέ (14ος αι.) και οχυρώνουν πολλά σημεία της περιοχής, αλλά πρόσκαιρα. Κατάλοιπα αυτών των κτισμάτων, καθώς και αρχαιότερα ερείπια, βρίσκουν συχνά ως τις μέρες μας οι κάτοικοι της Ερυθραίας.

   Η τουρκική κατάκτηση έγινε οριστική γύρω στα 1425. Η κυριότερη πόλη, οι Ερυθρές, καταστράφηκε εκ θεμελίων και ακολούθησαν μετατοπίσεις πληθυσμών, βιαιοπραγίες, εξισλαμισμοί και γενική παρακμή που κράτησε ως το 17ο αι. Οι Οθωμανοί φρόντισαν μόνο τα οχυρωματικά έργα (κάστρα, δρόμους, γέφυρες κλπ.) κι αυτό έως το 1566, που παραδόθηκε η Χίος σ’ αυτούς. Από το 1600 περίπου αρχίζει μια περίοδος ανάκαμψης. Η ηπιότητα της τουρκικής κατοχής και η αδιαφορία της οθωμανικής διοίκησης για την περιοχή, το καλό κλίμα και το εύφορο έδαφος, η ανάγκη εργατικών χειρών για τα τσιφλίκια, τα προνόμια των Ελλήνων και οι διάφορες ξενικές προστασίες συντελούν στην ανάπτυξη του ελληνικού στοιχείου.

   Η Ερυθραία προσελκύει πολλούς Έλληνες εποίκους, από τα νησιά και το εσωτερικό της Μικρασίας κυρίως, που έρχονται για να δουλέψουν και να εγκατασταθούν μόνιμα, πυκνώνοντας έτσι τον ντόπιο Ελληνισμό. Οργανώνονται το εμπόριο και η γεωργία και χτίζονται τα πρώτα σχολεία και μεγάλες εκκλησίες. Πολλοί Ευρωπαίοι περιηγητές επισκέπτονται την περιοχή και μιλούν για την ελληνικότητά της (Τουρνεφόρ, Πόκοκ, Τσάντλερ, Πουκεβίλ κ.ά.).

   Δύο μεγάλα ιστορικά γεγονότα ταράζουν σοβαρά την περιοχή και ανακόπτουν πρόσκαιρα την ακμή της, η μεγάλη ρωσοτουρκική ναυμαχία του 1770 και η Ελληνική Επανάσταση. Κατά τα Ορλωφικά, ο ρωσικός στόλος, βοηθούμενος από πολλούς Έλληνες κυρίως Τσεσμελήδες, κατέστρεψε την τουρκική αρμάδα μέσα στο λιμάνι του Τσεσμέ. Τα αντίποινα σε βάρος των Ελλήνων της Σμύρνης και της Ερυθραίας ήταν άμεσα και σκληρά, όμως δεν σταμάτησαν την ανοδική πορεία του Ελληνισμού της περιοχής.

   Η εθνεγερσία του 1821 βρίσκει στην Ερυθραία ανέτοιμη για εξέγερση, λόγω της γειτονίας με τη Σμύρνη και τη Μαγνησιά, που ήταν μεγάλα στρατιωτικά κέντρα του οθωμανικού κράτους. Η Ερυθραία υπήρξε το εφαλτήριο των Τούρκων για την καταστροφή της Χίου το 1822 και υπέστη φοβερά αντίποινα, λόγω της γειτνιάσεως με το επαναστατημένο νησί. Όμως οι Ερυθραιώτες βοηθούν σημαντικά τον αγώνα με κάθε τρόπο. Αρκετοί ανήκουν στη Φιλική Εταιρεία (όπως π.χ. ο Βουρλιώτης Μπερεκέτης ή Αφθονίδης), άλλοι δίνουν χρήματα και πάμπολλοι έρχονται στην επαναστατημένη Ελλάδα για να πολεμήσουν. Ιδρύθηκε μάλιστα η Ιωνική Φάλαγξ στην Πελοπόννησο, στρατιωτικό σώμα αποτελούμενο κυρίως από Μικρασιάτες, μεταξύ των οποίων πολλοί Ερυθραιώτες. Επίσης, Τσεσμελήδες κι Αγιαπαρασκευούσοι ναυτικοί επανδρώνουν τα πλοία των Ψαρών. Το τίμημα ήταν και πάλι πολύ βαρύ. Άρχισαν τα «φόβια», η επτάχρονη περίοδος της τρομοκρατίας, των σφαγών, της καταστροφής και της γενικής καταπίεσης του ελληνικού στοιχείου. Οι εκκλησιές του Τσεσμέ και των Αλατσάτων καίγονται, οι κορυφαίοι των Ελλήνων εκτελούνται και οι λιγοστές εστίες αντίστασης (κυρίως στα Βουρλά) δεν έφεραν αποτέλεσμα. Η τουρκική κυριαρχία έγινε εφιάλτης.

   Μετά το 1830 αρχίζει η τελευταία και σπουδαιότερη περίοδος ακμής του Ελληνισμού της Ερυθραίας. Η περιοχή αποκτά ακραιφνή ελληνικό χαρακτήρα με τη συνεχή πύκνωση του πληθυσμού και την πρόοδό του σε όλους τους τομείς, οικονομικό, πνευματικό, κοινωνικό και πολιτισμικό. Οι Ερυθραιώτες και πάλι δεν λείπουν από κανέναν εθνικό αγώνα. Πολλοί πηγαίνουν εθελοντές στον πόλεμο του ‘97, στο Μακεδονικό Αγώνα και στους βαλκανικούς πολέμους. Οι σεισμοί του 1881-1883, που ρήμαξαν τη Χίο και τη Δυτική Ερυθραία, και το μπαλίκι (φυλλοξέρα) των αμπελιών στις αρχές του 20ού αι., που κατέστρεψαν οικονομικά τους κατοίκους και προκάλεσαν μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα προς τις ΗΠΑ, δεν ανέκοψαν τη συνολική πρόοδο της περιοχής.

   Η περίοδος μετά το 1908 είναι η πιο δύσκολη στην ιστορία της Ερυθραίας, όπως και όλης της Μικρασίας. Μετά την ήττα της Τουρκίας στους βαλκανικούς πολέμους και την απώλεια των ευρωπαϊκών εδαφών της (εκτός της Ανατολικής Θράκης), τέθηκε σε εφαρμογή ένα άγριο σχέδιο εξόντωσης του Ελληνισμού, με τις υποδείξεις του Λίμαν φον Σάντερς, Γερμανού στρατηγού στην Τουρκία. Οι Νεότουρκοι θεώρησαν επικίνδυνους τους Έλληνες των παραλίων της Θράκης και του Πόντου και προσπάθησαν να τους εξοντώσουν με κάθε τρόπο.

Από την πρώτη προσφυγιά. Από τον Μάιο του 1914 έως τα τέλη Ιουνίου του 1914

   Στο πλαίσιο αυτής της φανατικής πολιτικής, όλοι οι Έλληνες της

Ερυθραίας εκτός των Βουρλών (περίπου 60.000 άτομα) εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας ή αναγκάστηκαν να προσφύγουν στην Ελλάδα το Μάη του 1914 και στις αρχές του 1915. Είναι ο Πρώτος Διωγμός που κράτησε τέσσερα χρόνια. Οι Ερυθραιώτες, σκορπισμένοι στην Ελλάδα, δοκίμασαν το πικρό ποτήρι της προσφυγιάς και δεν έπαψαν να προσβλέπουν στον επαναπατρισμό τους. Όσοι έμειναν υπέστησαν τα μαρτύρια των «ταγμάτων εργασίας» (αμελέ ταμπουρού), της λιποταξίας, της πείνας και του οικονομικού αποκλεισμού.

   Με τη συνθήκη του Μούδρου (30 Οκτ. 1918), οι διωγμένοι Μικρασιάτες παλιννοστούν, για να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους στην πατρίδα. Βρίσκουν τα σπίτια τους γκρεμισμένα, λεηλατημένα ή κατοικημένα από «ματζούρηδες» (Τούρκους πρόσφυγες των Βαλκανίων), τα χωράφια ρουμανιασμένα και χέρσα, τους ναούς και τα σχολεία ερειπωμένα. Με τις διπλωματικές νίκες του Βενιζέλου, ο μεγαλοϊδεατισμός φτάνει στο ζενίθ και η ειρηνική συμβίωση Ελλήνων και Τούρκων παρουσιάζει πλέον σοβαρές δυσχέρειες. Όμως η ζωή στην Ερυθραία ξαναρχίζει από την αρχή. Με πολλές δυσκολίες, με δάνεια της Εθνικής Τράπεζας και με κοπιώδη δουλειά, οι Ερυθραιώτες οργανώνονται γρήγορα και η ζωή φτάνει στα ίδια επίπεδα, όπως πριν από το 1914. Το Μάη του 1919 φτάνει η πολυπόθητη ημέρα της απελευθέρωσης. Ο ελληνικός στρατός αποβιβάζεται στη Σμύρνη μέσα σε ένα παραλήρημα χαράς του μικρασιατικού Ελληνισμού. Η Ερυθραία καταλαμβάνεται αμέσως και οι κάτοικοί της ζουν το όραμα της ελευθερίας που αιώνες έτρεφαν στο νου τους.

   Τα όνειρα όμως και οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν πολύ γρήγορα. Η κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου τον Αύγουστο του 1922, συμπαρέσυρε στον όλεθρο ολόκληρο τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας. Με την κατάληψη της Σμύρνης από τους Τούρκους (27 Αυγ. 1922), οι Ερυθραιώτες άρχισαν να εγκαταλείπουν τα πάντα και κακήν κακώς αναζητούν σωτηρία στην Ελλάδα. Αξιοσημείωτη είναι η προσπάθεια του Νικολάου Πλαστήρα που αποχώρησε με το στρατό του τελευταίος από τον Τσεσμέ (3 Σεπτ. 1922) κι έδωσε την ευκαιρία στους κατοίκους της Δυτικής Ερυθραίας να φύγουν με τα υπάρχοντά τους. Οι περισσότεροι όμως έμειναν, έχοντας μάταιες ελπίδες. Η μοίρα τους ήταν τραγική. Οι Τούρκοι, αγριεμένοι, πρώτα λεηλάτησαν τα πάντα κι έπειτα άρχισαν τις σφαγές και την συστηματική καταστροφή. Τα Βουρλά κάηκαν ολοσχερώς και οι κάτοικοι των Αλατσάτων του Σιβρισαριού, του Γκιούλμπαξε, της Κάτω Παναγιάς και άλλων χωριών αποδεκατίστηκαν.

   Ο ανδρικός πληθυσμός σύρθηκε αιχμάλωτος στα βάθη της Ανατολής, απ’ όπου ελάχιστοι σώθηκαν και ήρθαν στην Ελλάδα το 1923-24. Όσοι γέροι και γυναικόπαιδα γλίτωσαν στοιβάχτηκαν στα καράβια και ξεφορτώθηκαν σε χίλια δυο ελληνικά λιμάνια. Γυμνοί και τρομαγμένοι, φρικτά πονεμένοι και προδομένοι εθνικά, βρήκαν καταφύγιο «όπου γης» στην Ελλάδα. Κυρίως τα μικρασιάτικα νησιά Χίος, Σάμος και Λέσβος, η Κρήτη, η Κόρινθος κι η Πάτρα, η Αττική και η Θεσσαλονίκη γέμισαν κατατρεγμένους Ερυθραιώτες πρόσφυγες που αναζητούσαν μια στάλα γαλήνης και ηρεμίας.

   Η Μικρασία, αυτή η πανάρχαιη κοιτίδα των Ελλήνων, αφού έθρεψε για αιώνες τα όνειρα του έθνους, τα έθαψε τώρα στις στάχτες της Σμύρνης. Με τη συνθήκη της Λωζάννης (24 Ιουλ. 1923), η Μικρασία για τους Έλληνες έχει χαθεί οριστικά πια.

Η ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΕΡΥΘΡΑΙΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟ 1922

   Από το 15ο αι. η Ερυθραία διοικητικά ανήκε στον καπουδάν πασά, τον αρχιναύαρχο του τουρκικού στόλου και υπαγόταν στο σαντζάκι (νομό) της Χίου. Από το 1864 όμως υπήχθη στο σαντζάκι της Σμύρνης και ήταν χωρισμένη σε τέσσερις καζάδες (υποδιοικήσεις): Τσεσμέ, Καράμπουρνων (έδρα το Αχιρλί), Βουρλών και Σιβρισαριού. Εκκλησιαστικά ανήκε αρχικά στη Μητρόπολη Εφέσου, αλλά από το 1902 αποσπάστηκαν οι καζάδες Τσεσμέ και Καράμπουρνων, καθώς και τα Εγγλεζονήσια, λόγω του μεγάλου πλήθους των χριστιανών, και αποτέλεσαν τη Μητρόπολη Κρήνης. Επίσης στις αρχές του 1922 ιδρύθηκε η Μητρόπολη Βρυούλων (Βουρλών), που ουσιαστικά δεν λειτούργησε ποτέ.

   Οι κάτοικοι πριν από το 1914 ξεπερνούσαν τις 100.000 και ήταν κατά τα 3/4 Έλληνες. Κατοικούσαν σε τρεις πόλεις (Βουρλά, Τσεσμέ κι Αλάτσατα) και σε 55 μικρά και μεγάλα χωριά, σπουδαιότερα από τα οποία ήταν το Σιβρισάρι, ο Γκιούλμπαξες, η Κάτω Παναγιά, ο Ρεΐσντερές, η Αγιά-Παρασκευή (Κιόστε), τα Μουρντουβάνια, το Εγγλεζονήσι, το Αχιρλί, το Μελί, το Λυθρί και το Κιλιζμάνι.

   Η κοινοτική οργάνωση ήταν η γνωστή στην Τουρκοκρατία. Η τριμελής Δημογεροντία επέβλεπε κάθε είδους θέματα, κοινοτικά, φορολογικά, εκκλησιαστικά και σχολικά. Οι κοινότητες ήταν πλούσιες από δωρεές και εράνους. Ακόμη και τα μικρά χωριά διέθεταν ελληνικό σχολείο και εκκλησία. Περίφημη ήταν Αναξαγόρειος Σχολή (1760) στα Βουρλά, η Κρηναία Σχολή του Τσεσμέ (1860), τα σχολεία των Αλατσάτων (μέσα 19ου αι.) και η Ανακρεόντειος Σχολή στο Σιβρισάρι (1902). Από τις εκκλησίες, σημαντικότερες ήταν η Παναγία (18ος αι.) κι ο Άη-Γιώργης των Βουρλών, ο Άη-Χαράλαμπος του Τσεσμέ (18ος αι.), ο Άη-Γιώργης ο Γκιουλμπαξώτης, η Αγιά-Ματρώνα του Λυθριού, ο Θεολόγος του Μελιού, οι Σιβρισαριανοί Ταξιάρχες, η Παναγιά της Κάτω Παναγιάς και η Παναγιά των Αλατσάτων (1803), που έκαναν μεγάλα πανηγύρια με πλήθος προσκυνητών. Επίσης υπήρχαν κάθε λογής κοινωφελή ιδρύματα, σωματεία και σύλλογοι, συντεχνίες και λέσχες, κυρίως με πατριωτικό και μορφωτικό χαρακτήρα. Εκδίδονταν ακόμη και εφημερίδες στο Βουρλά. Βέβαια το μεγάλο αστικό κέντρο της Σμύρνης, με την τεράστια οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική κίνηση, επιδρούσε πολύ σημαντικά σε κάθε τομέα της ζωής στην Ερυθραία.

   Στην Ερυθραία μιλούσαν την ελληνική γλώσσα, όπως αυτή διαμορφώθηκε γενικά στα νησιώτικα ιδιώματα. Τα γλωσσικά ιδιώματα της περιοχής ανήκουν στις νοτιοελληνικές διαλέκτους και φυσικά παρουσιάζουν πολλές ιδιομορφίες από τόπο σε τόπο. Έχουν ξεχωριστό ύφος και διακρίνονται από άλλα μικρασιατικά και νησιωτικά. Στις δυτικές περιοχές (Τσεσμές, Λυθρί, Μελί κ.α.), το τοπικό ιδίωμα μοιάζει αρκετά με τα χιώτικα, ενώ όσο πάμε πιο ανατολικά, η επίδραση της σμυρναίικης ντοπιολαλιάς είναι πιο φανερή. Στα ιδιώματα της Ερυθραίας σώθηκαν ατόφια αρχαία ελληνικά κατάλοιπα (π.χ. άφτω: ανάβω, ξύγαλο: γιαούρτι, αλεκάτη: ρόκα, δαυκί: καρότο), αλλά και μεγάλο πλήθος λατινογενών λέξεων (π.χ. λότζα: στοά, φουντάνα: πηγή, κογιονέρνω: κοροϊδεύω, γαρμπάτος: κομψός, πορτομονάκι: πορτοφόλι), από τη μακρόχρονη επαφή των πληθυσμών με Γενοβέζους, Βενετούς και Λεβαντίνους (Καθολικούς της Σμύρνης). Η συνεχής συμβίωση με τους Τούρκους επέδρασε, όπως ήταν πολύ φυσικό, και στη γλώσσα, όμως όλες σχεδόν οι τουρκικές λέξεις παραφθάρηκαν και πήραν ελληνική μορφή στο τυπικό (π.χ. κουρνάζος: πονηρός, νταγιαντώ: αντέχω, σασιρντίζω: συγχέομαι, μπουρμάς: δύστροπος, καμπάκα: κολοκύθα, ντερές: ρέμα). Τουρκόφωνοι Ρωμιοί υπήρχαν μόνο σε λίγα απομονωμένα χωριά των Καράμπουρνων, ενώ σε άλλες περιοχές (π.χ. Τσεσμές, Σιβρισάρι), πολλοί Τούρκοι είχαν την ελληνική ως μητρική γλώσσα, γιατί ήταν πρόσφυγες από το Μοριά και την Εύβοια.

   Οι Ερυθραιώτες ήταν λεσπέρηδοι (γεωργοί), σιναφλήδες (τεχνίτες, μαγαζάτορες, επαγγελματίες), καϊξήδες και γκεμιτζήδες (ναυτικοί), κεχαγιάδες (βοσκοί), φατόροι (μεγαλέμποροι) και επιστήμονες (γιατροί, δικηγόροι κλπ.). Το κύριο προϊόν της Ερυθραίας ήταν η σταφίδα (παραγωγή 20.000-30.000 τόνων), αλλά παράγονταν ακόμη λάδι, κρασί, αλασόνι (γλυκάνισο), όσπρια, μύγδαλα, μπαλαμούτια (βελανίδια), μέλι, κουντουρούδια (χαρούπια), μετάξι, ριζάρι, τυριά, δέρματα και ψάρια. Πολλά από αυτά εξάγονταν στην Ευρώπη κι αλλού, κυρίως όμως η άριστης ποιότητας σταφίδα (από τις καλύτερες του κόσμου), που την έλεγαν και ‘’λίρα’’, λόγω του πλούσιου εισοδήματος που απέδιδε. Πολύ καλά οργανωμένες ήταν οι κάθε είδους συντεχνίες, τα σινάφια των επαγγελματιών. Η Ερυθραία, ειδικά η περιοχή του Τσεσμέ, θεωρείται το μεγαλύτερο αλιευτικό κέντρο της Δυτικής Μικρασίας μετά την Προποντίδα. Ας μην ξεχνάμε ότι τα Βουρλά ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη των μικρασιατικών παραλίων, μετά τη Σμύρνη, και ένα από τα μεγαλύτερα αμπελουργικά κέντρα του ελληνικού κόσμου.

    Οι κάτοικοι της Ερυθραίας στις αρχές του αιώνα μας ντύνονταν ή σύμφωνα με την αστική μόδα ή σύμφωνα με τον παλαιότερο ελληνικό τρόπο. Πολλοί άντρες ήταν φραγκοφορεμένοι, οι περισσότεροι όμως φορούσαν τα σαρβάρια, μια παραλλαγή της γνωστής νησιώτικης βράκας (φέσι, πουκάμισο, γελέκι, βράκα, ζωνάρι και τουζλούκια). Στις γυναικείες φορεσιές τα πράγματα ήταν πιο περίπλοκα. Οι αστές ράβονταν στη Σμύρνη με φιγουρίνια, κατά την ευρωπαϊκή μόδα της εποχής. Οι πιο λαϊκές τάξεις φορούσαν αστικά ρούχα, φτιαγμένα με υφάσματα τ’ αργαλειού, σε εκλαϊκευμένη μορφή, αλλά διατηρούσαν και ορισμένα στοιχεία από παλαιότερες τοπικές ενδυμασίες. Τα μέλη της φορεσιάς και γενικά το ξερό κουκουληθρένιο πουκάμισο, το πορκάκι (συνήθως από αγοραστό καλό ύφασμα) και το μισοφούστανο, μακριά φαρδιά φούστα καρό ή μονόχρωμη, υφασμένη στον αργαλειό, με κεντήματα στον ποδόγυρο. Στο κεφάλι οι πιο «παλιές» φορούσαν μικρό φέσι (Βουρλά, Σιβρισάρι κ.α.), αλλά το πιο διαδεδομένο ήταν το κανάρι ή μαντίλι, λεπτό βαμβακερό κεφαλομάντιλο σε διάφορα χρώματα, με πανέμορφα σταμπωτά σχέδια. Ιδιαίτερη ομορφιά και ξεχωριστή χάρη στις γυναίκες προσέδιδαν τα μεταξωτά κοχάκια και πιτσίλια (δαντέλες της βελόνας), καθώς και τα πολύτιμα κοσμήματα, όπως τα χοντρά χρυσά κορδόνια στολισμένα με νομίσματα διαφόρων εποχών και μενταλιά (μενταγιόν), τα βαρύτιμα σκουλαρίκια (καλαθάκια), τα δαχτυλίδια, οι μάπες κι οι χούφτες (πλατιά ολόχρουσα αλυσιδωτά βραχιόλια) και τα σμυρναίικα ολοσκάλιστα βραχιόλια.

   Στην Κάτω Παναγιά φορέθηκε από λίγους εποίκους της Ευβοίας η γνωστή ενδυμασία της Κύμης, ενώ στα Καράμπουρνα οι ηλικιωμένες, αντί για φούστα, φορούσαν πολύπτυχες βράκες, κατάλοιπο ενός παλαιότερου τύπου φορεσιάς.

 

   Η οικονομική άνεση των κατοίκων ήταν έκδηλη στις κοινωνικές και θρησκευτικές εκδηλώσεις, στα σπίτια, στην ενδυμασία, στον τρόπο ζωής. Οι διασκεδάσεις ήταν άφθονες, τα πανηγύρια ήταν συνυφασμένα με χορούς και ζέφκια (γλέντια). Τα γιορταστικά έθιμα της περιοχής τηρούνταν με ευλάβεια. Οι ονομαστικές εορτές (τα χαιρέτια) ήταν η μεγαλύτερη χαρά του σπιτιού. Οι χοροί και τα τραγούδια κρατούσαν ως το πρωί, με τη συνοδεία του τουμπελεκιού, του πιο αγαπημένου οργάνου των Ερυθραιωτών. Στις βίζιτες και στις βεγγέρες (επισκέψεις) συχνά «ηπαίζανε τσι ταβάδες» (ταψιά) και αυτοσχέδιοι ποιητές, κυρίως γυναίκες, ταίριαζαν τα στιχάκια για τον καθένα και για κάθε του έννοια: τον έρωτα, τον πόνο, τη χαρά.

   Τ’ αρραβωνιάσματα και οι λουτρουμάδες (γιορτές του γάμου) έδιναν αφορμή για μεγάλα πολυήμερα γλέντια. Τότε οι πλούσιοι καλούσαν τις κομπανίες με τα παιχνίδια (όργανα), για να διασκεδάσουν τους καλεσμένους, που συχνά ήταν όλο το χωριό. Τις Απόκριες «ούλα τα σπίτια ηβάνανε μπάλλο » δηλ. είχαν γλέντι και χορό με κουδουνάτους (μασκαράδες) και πολύ κέφι, με ταβάδες και τουμπελέκια και ατέλειωτα τραγούδια, συχνά καυστικά και αρσίζικα (σκωπτικά, πρόστυχα), αλλά και παραλογές ή ακριτικά. Οργανώνονταν ακόμη και αστικοί χοροί από τα σωματεία σε λέσχες και καφενεία, κατά τα πρότυπα της Σμύρνης. Το αποκορύφωμα της ξέφρενης αποκριάτικης χαράς γινόταν την τελευταία Κυριακή και την Καθαροδευτέρα, όταν οι Ερυθραιώτες ξεχύνονταν στις εξοχές και στα λιλάδια (στο γιαλό), για να γλεντήσουν και να διασκεδάσουν με την ψυχή τους εν όψει του ερχομού της αυστηρής Σαρακοστής.

Σαράντα μέρες ήκαμα, πουλί, να σου μιλήσω,

γιατ’ ήτονε Σαρακοστή, να μη σε κριματίσω.

   Μετά τη Λαμπρή, το Νιότριτο (Τρίτη του Πάσχα) ξανάρχιζαν τα γλέντια. Σπουδαιότερο έθιμο ήταν το λέμπι (αρχ. λέμβος), μια μεγάλη κούνια που πάνω της κουνιόνταν και εμπρός και πλαγίως πολλοί νέοι και νέες, ενώ τραγουδούσαν «τση κούνιας τα τραγούδια» κυρίως ερωτικού και επαινετικού περιεχομένου.

Σίδερο να ‘ναι το σκοινί κι ατσάλι το δοκάρι

και το σανίδι μάλαμα, ούλο μαργαριτάρι.

Πάνω στο λέμπι κάτσανε τρεις άσπρες περιστέρες,

ας ήτανε να τσι κουνώ τρεις νύχτες και τρεις μέρες.

   Μια άλλη γιορτή, πλούσια σε δοξασίες και λατρευτικά έθιμα, ήταν ο κλήδονας κι οι αφανοί (οι φωτιές τ’ Αη-Γιαννιού) που γίνονταν με την ίδια περίπου διαδικασία, όπως και αλλού στην Ελλάδα. Το άνοιγμα του κλήδονα ακολουθούσε μεγάλη ποικιλία δίστιχων, επαινετικών, μαντευτικών και σκωπτικών.

Ανοίξατε τον Κλήδονα με τ’ Αγιαννιού τη χάρη

κι οπού ‘χει καλορίζικο, να πάρει παλικάρι.

Αγγελοκαμωμένη μου, σγουροξανθομαλλούσα,

όταν σ’ εγέννα η μάνα σου, τ’ αηδόνια κελαηδούσα.

Καρσί μου ήρτες κ’ ήκατσες απάνου στην πεζούλα

 κ’ ηκρέμασες τ’ αχείλι σου σαν την παλιογαδούρα.

   Το καλοκαίρι, λόγω των πολλών αγροτικών ασχολιών, αφορμές για γλέντια έδιναν μόνο οι θρησκευτικές γιορτές και τα πανηγύρια, μεγαλύτερο από τα οποία ήταν αυτό «τση Παναΐτσας» στα Βουρλά. Μετά τον τρύγο όμως οι διασκεδάσεις ξαναφούντωναν, κυρίως σε οικογενειακά πλαίσια, για να κορυφωθούν «στσι μεγάλες σκόλες τω Χριστουγέννω και τ’ Αη-Βασιλειού».

Η ΜΟΥΣΙΚΗ, ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΧΟΡΟΙ ΤΗΣ ΕΡΥΘΡΑΙΑΣ

   Πλούσια και ενδιαφέρουσα είναι η μουσική, ποιητική και χορευτική δημιουργία στο χώρο της Ερυθραίας. Η περιοχή, λόγω της γεωγραφικής και ιστορικής θέσης της, έχει δεχθεί επιδράσεις τόσο από το χώρο του Αιγαίου, όσο και από την Ανατολή. Συνδυάζει το ανάλαφρο, σχεδόν φλύαρο, νησιώτικο ύφος με την αρρενωπή λεβεντιά και την υποβλητικότητα της Ανατολής. Η μουσικοχορευτική παράδοση της Ερυθραίας, παρά την εμφανή ενότητά της, παρουσιάζει πολλές τοπικές ιδιομορφίες. Ο χώρος των Αλατσάτων, του Ρεΐσντερέ και της Κάτω Παναγιάς έχει ομοιογένεια στις μελωδίες, στο ύφος και στα κείμενα των τραγουδιών. Τα απομονωμένα Καράμπουρνα, κυρίως το Μελί, μας εκπλήσσουν με την πλούσια ποικιλία χορών και τη διατήρηση παλαιότατων τραγουδιών (ακριτικά, παραλογές). Η περιφέρεια Βουρλών – Σιβρισαριού συνδέεται στενά μ’ αυτό που λέμε σμυρναίικο τραγούδι, αλλά και με της προηγούμενης  περιοχής τη μουσικοχορευτική δημιουργία.

   Στην Ερυθραία συναντάμε κάθε είδους τραγούδια. Παμπάλαια ακριτικά (π.χ. του Χάρου, του Κωσταντή) και πολύστιχες παραλογές (π.χ. του Κυρ-Βοριά, του Νεκρού Αδερφού, της κουμπάρας), τραγούδια του κοινωνικού βίου (γαμήλια, σκωπτικά, μοιρολόγια, του γλεντιού), τρυφερά νανουρίσματα και χαριτωμένα παιδικά ταχταρίσματα, ερωτικά και πεισματικά σε εκπληκτική αφθονία, τραγούδια θρησκευτικά (π.χ. ο θρήνος της  Παναγιάς, το τραγούδι του Λαζάρου), κάλαντρα του Δωδεκάμερου και τραγούδια χαρακτηριστικά ορισμένων εορτών (αποκριάτικα, της κούνιας, του κλήδονα).

   Ηδυπαθή σαρκιά κι αμανέδες συνυπάρχουν με σμυρναίικα και αστικά τραγούδια της εποχής. Οι πατινάδες και οι σκοποί της αυγής εναλλάσσονται με μπάλλους και ζεϊμπέκικα, αλλά και τούρκικα τραγούδια, επικά ή ερωτικά. Η Ερυθραία των αρχών του αιώνα είναι ένα παράξενο μωσαϊκό που έχει όλα τα χαρακτηριστικά της μετάβασης από την κλειστή αγροτική κοινωνία στην αστικοποίηση.

«Εδώ δεν κυριαρχεί ένας τόνος, εδώ ηχούν αράδα όλες οι φωνές του κόσμου.»

(Αγγ. Σικελιανός)

   Τα κύρια μουσικά όργανα ήταν η ζυγή, δηλ. βιολί (διολί, βιελούνι) και το σαντούρι. Επίσης διαδεδομένα ήταν το ούτι (σαν συνοδευτικό, αλλά προπαντός σαν κύριο όργανο μελωδίας) και το λαβούτο. Σπάνια παιζόταν το σάζι (ανατολίτικο έγχορδο με μακριά λαβή) και το παγιαυλάκι (είδος φλογέρας). Όμως το πιο αγαπημένο όργανο των Ερυθραίων είναι το τουμπελέκι ή ντουμπί. Όταν έλειπε το τουμπελέκι από το σπίτι, έβρισκαν πρόχειρη κι εύκολη λύση παίζοντας τον ταβά (μπακιρένιο ταψί), που σιγά σιγά αγαπήθηκε πολύ και έγινε κι αυτός όργανο συνοδείας.

   Μετά την καταστροφή, οι Έλληνες της Ερυθραίας διασκορπίστηκαν και πολλά στοιχεία της μουσικοχορευτικής και ποιητικής παράδοσής τους ατόνησαν και λησμονήθηκαν. Όπου εγκαταστάθηκαν συμπαγείς ομάδες προσφύγων, η παράδοση δεν έσβησε, αλλά εξακολούθησε σχεδόν ως σήμερα (π.χ. Νέο Μελί Μεγάρων, Άγιος Δημήτριος Λήμνου, Νέα Ερυθραία). Στη Νέα Ερυθραία παλαιότερα πολλοί ήταν εκείνοι που έπαιζαν ταψί ή τουμπελέκι, τραγουδούσαν και χόρευαν, με κορυφαία την πασίγνωστη πλέον Κλεονίκη Τζοανάκη (1915-2005), που θεωρείται ως «η φωνή της Ερυθραίας», γιατί σφράγισε με τη φωνή της το ερυθραιώτικο τραγούδι. Σήμερα ο μόνος Ερυθραιώτης δεξιοτέχνης του τουμπελεκιού που απόμεινε είναι ο Παντελής Πολιτάκης. Το ταψί παίζεται λιγότερο, κυρίως τις Απόκριες. Σημαντικότατη υπήρξε η παρουσία του Μελιώτη Αντώνη Αναγνώστου (1919-1985), που τραγουδούσε και κυρίως έπαιζε πολύ καλά στο ούτι πολλές παλιές μικρασιατικές μελωδίες.

   Στην Ερυθραία ανάλογα με την κοινωνική τάξη ήταν και οι χοροί. Οι φραγκοφορεμένοι αστοί χόρευαν καντρίλιες, λανσιέδες, πόλκα, φοξ, βαλς κι ό,τι άλλο ήταν τότε της μόδας. Η μεγάλη όμως μάζα του λαού παρέμενε πιστή στους πατροπαράδοτους χορούς. Μπάλλοι σε πολλές παραλλαγές, με ποικιλία μελωδιών και βημάτων, άλλοτε πιο συρτοί κι άλλοτε πιο πεταχτοί και ελεύθεροι. Δετοί αργοί αποκριάτικοι χοροί και καλαματιανά ή τσάμικα, μαθημένα στο σχολείο. Αλέστικα (εύθυμα) συρτά σε αιγαιοπελαγίτικο ύφος, αργά ή γρήγορα χασάπικα και χοροί αντικριστοί ή καρσιλαμάδες. Οι άντρες αγαπούσαν ιδιαιτέρως τον τούρκικο ή ζεϊμπέκικο και τον αφτάλικο, χορούς βαρείς με ύφος αρρενωπό, που απαιτούν αυτοσχεδιασμούς και μεγάλη δεξιοτεχνία στα βήματα, στις κινήσεις των χεριών και του κορμιού.

    Όλη αυτή η ζωή διακόπηκε σκληρά κι αναπάντεχα τον Αύγουστο του ‘22. Οι κάτοικοι της Ερυθραίας διασκορπίστηκαν σαν τα τρομαγμένα πουλιά και προσπάθησαν να ξαναφτιάξουν τη ρημαγμένη τους ζωή στην ελεύθερη Ελλάδα. Οι απόγονοί τους σιγά σιγά αφομοιώνονται από τους συγκατοίκους τους και γνωρίζουν όλο και λιγότερα πράγματα για τον τόπο καταγωγής τους. Περιοχές με μαζικές εγκαταστάσεις Ερυθραιωτών είναι η Χίος (Βαρβάσι, Καστέλο, Χώρα, Οινούσες κλπ.), η Κρήτη (Ηράκλειο, Χανιά, Ρέθυμνο, Μουρνιές), η Αττική (Βύρωνας, Καισαριανή, Αιγάλεω, Κοκκινιά, Ν. Ερυθραία, Ν. Ιωνία, Ν. Φιλαδέλφεια, Ν. Μελί, Βούλα, Πολύγωνο, Κρυονέρι, Ραφήνα κ.α.), η Θεσσαλονίκη (Τριανδρία, Ν. Κρήνη, Ν. Μηχανιώνα κ.α.), η Κόρινθος, η Πάτρα, η Ηλεία (Γλύφα, Κάτω Παναγιά), η Μαγνησία (Ν. Ιωνία, Σκιάθος), η Εύβοια (Πευκί, Χαλκίδα), η Σάμος (Κοκκάρι, Καρλόβασι, Πύργος), ακόμη και η Βοστώνη (Σάμερβιλ) των ΗΠΑ.

   Η Ερυθραία σήμερα γνωρίζει μια άνευ προηγουμένου τουριστική ανάπτυξη και η αλόγιστη οικοδομική έκρηξη έχει τόσο αλλοιώσει το παλαιότερο φυσικό και οικιστικό περιβάλλον, σε βαθμό που να μην αναγνωρίζεται πια ο τόπος.

Νέα Ερυθραία, Αύγουστος 2007

Θοδωρής Κοντάρας

φιλόλογος

ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ

   Συνολικά, σε ολόκληρη την Ερυθραία, γύρω στα 1920-1922, κατοικούσαν κατά προσέγγιση 110.000 άνθρωποι, η μεγάλη πλειοψηφία των οποίων (περίπου 81.000 άτομα, ποσοστό 74 %) ήταν Έλληνες, οι περισσότεροι ελληνόφωνοι και λίγοι τουρκόφωνοι.

Α. ΔΥΤΙΚΗ ΕΡΥΘΡΑΙΑ

   Σ’ αυτήν ανήκουν οι δυτικότερες περιοχές της χερσονήσου, με φυσικό όριο τον ισθμό στον κόλπο του Υποκρήμνου (κόλπο του Γκιούλμπαξε), που συμπίπτει σχεδόν με τα διοικητικά όρια, αφού η περιοχή ως το 1922 περιλάμβανε δυο υποδιοικήσεις (καζάδες), του Τσεσμέ και των Καράμπουρνων.



1. ΚΑΖΑΣ ΤΟΥ ΤΣΕΣΜΕ

1. Τσεσμές. Κάτοικοι 11.200 (9.481 Έλληνες, 1.700 Τούρκοι, 19 Εβραίοι).

2. Αγιά-Παρασκευή ή Κιόστε. Κάτοικοι 3.500 Έλληνες.

3. Κάτω Παναγιά. Κάτοικοι 3.100 Έλληνες.

4. Βατζίκι ή Χωριό. Κάτοικοι 1.200 (900 Έλληνες, 300 Τούρκοι).

5. Λίτζια (οι κάτοικοί τους συνυπολογίστηκαν στον πληθυσμό του Τσεσμέ).

6. Αλάτσατα. Κάτοικοι 10.000 (9.950 Έλληνες, 50 Τούρκοι).

7. Αγριλιά. Κάτοικοι 400 Έλληνες.

8. Ρεΐσντερες. Κάτοικοι 3.020 Έλληνες.

9. Κερμεάλεσι (οι κάτοικοί του συνυπολογίστηκαν στον πληθυσμό του Ρεΐσντερε).

10. Λυθρί ή Λεθρί. Κάτοικοι 1.800 Έλληνες.

11. Νάριτζας ή Άριτζας. Κάτοικοι 150 Έλληνες (1904, στατιστική του περιοδικού

      Ξενοφάνης).

12. Τσουραλάνι. Κάτοικοι 50 Έλληνες (1904, στατιστική του περιοδικού Ξενοφάνης).

13. Μπουγέτα, με λίγες οικογένειες Ελλήνων.

14. Ροβιθόκαμπος ή Νεουνταλάνι. Κάτοικοι 100 Έλληνες.

15. Ζίγκουι ή Χριστός. Κάτοικοι 205 Έλληνες.

16. Πυργί. Κάτοικοι 432 (307 Έλληνες, 125 Τούρκοι).

17. Σεούτι, με 100 Έλληνες.

18. Τσικούρια, με λίγες ελληνικές οικογένειες.

19. Γκιουνέψι, με 23 ελληνικές οικογένειες (περίπου 100 άτομα).

20. Γκιζίλαγάτσι, με πολύ λίγες ελληνικές οικογένειες.

21. Ζεχτιντζίκι, με λίγες ελληνικές οικογένειες.

22. Σάφντερες, με λίγες ελληνικές οικογένειες.

23. Παμούκουκι, με πολύ λίγες ελληνικές οικογένειες.

   Επίσης ο καζάς περιλάμβανε και τα ακόλουθα έξι χωριά με αμιγή τουρκικό πληθυσμό: Κερμένι (κάτ. 239), Καράκιοϊ (κάτ. 160), Κάτω Βατζίκι ή Καραβατζίκι (κάτ. 220), Σιράνταμι ή Μπαρμπαρόσι (κάτ. 750), Ζεχτινέρι (κάτ. 250) και Ζεϊτίνελι (κάτ. 291).

   Το σύνολο κατοίκων, εν μέρει από τη στατιστική του Μιχ. Νοταρά το 1921 για λογαριασμό της Υπάτης Αρμοστείας Σμύρνης και εν μέρει από τους υπολογισμούς του περιοδικού Ξενοφάνης (1904) ήταν περίπου 38.000. Από αυτούς περίπου 34.000 ήταν Έλληνες (ποσοστό 89 %, το υψηλότερο σε όλη την Ερυθραία), 4.085 Τούρκοι και 19 Εβραίοι. Σημειωτέον ότι ο ελληνικός πληθυσμός στον καζά του Τσεσμέ το 1921 είχε μειωθεί αρκετά, σε σχέση με εκείνον του 1911-1912, λόγω του διωγμού του 1914 και των κακουχιών του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Η μείωση είναι επίσης αισθητή και στους άλλους τρεις καζάδες της Ερυθραίας. Αντίθετα, ο τουρκικός πληθυσμός αυξήθηκε, λόγω της προσέλευσης Τούρκων προσφύγων από τα Βαλκάνια που εγκαταστάθηκαν μετά το 1912 στην περιοχή της Ερυθραίας.

2. ΚΑΖΑΣ ΤΩΝ ΚΑΡΑΜΠΟΥΡΝΩΝ

1. Αχιρλί ή Αχριλί. Κάτοικοι 1.150 (650 Έλληνες, 500 Τούρκοι).

2. Μελί. Κάτοικοι 1.517 Έλληνες.

3. Γρι Λιμάνι (Εγρί Λιμάνι). Κάτοικοι 67 Έλληνες.

4. Ντενίζ Γκερένι ή Καραβοστάσι. Κάτοικοι 367 (352 Έλληνες, 15 Τούρκοι).

5. Κουτσούμπαξες (Κιουτσούκ Μπαχτσέ). Κάτοικοι 490 (190 Έλληνες, 300

    Τούρκοι).

6. Σαζάκι ή Σατζάκι. Κάτοικοι 407 Έλληνες.

7. Μποϊνάκι. Κάτοικοι 795 (630 Έλληνες, 165 Τούρκοι).

8. Σαλμάνι. Κάτοικοι 543 (412 Έλληνες, 131 Τούρκοι).

9. Σαρπιντζίκι ή Σαρπουντζίκι. Κάτοικοι 353 (144 Έλληνες, 209 Τούρκοι).

10. Χάσεκι ή Σεκί. Κάτοικοι 638 (365 Έλληνες, 273 Τούρκοι).

11. Τεπεπόζι ή Ντεπόζι. Κάτοικοι 697 (460 Έλληνες, 237 Τούρκοι).

13. Γενί Λιμάνι ή Παναγίτσα ή Σεούτι. Κάτοικοι 420 Έλληνες.

14. Μοναστήρι. Κάτοικοι 335 Έλληνες.

15. Σαΐπι. Κάτοικοι 1.081 (700 Έλληνες, 381 Τούρκοι).

16. Αμπάρσεκι. Κάτοικοι 363 (91 Έλληνες, 272 Τούρκοι).

17. Μικρό Μουρντουβάνι, με δύο οικισμούς, τη Σκάλα Μουρντουβανιού και τον Άη-

      Γιώργη. Κάτοικοι 1.289 (689 Έλληνες, 600 Τούρκοι).

18. Μεγάλο Μουρντουβάνι, με τέσσερις οικισμούς (Καρσίγιακας, Τζαμπουνάρι ή

      Ιντζέπουνάρ, Τσατάλκαγιάς και Τεκές). Κάτοικοι 2.038 (1.588 Έλληνες, 450

      Τούρκοι). 

19. Κιοσέντερες (ή Καϊνάρ Μπουνάρι), με 160 τουρκικές και λιγοστές (15;)

      ελληνικές οικογένειες.

 

   Επίσης στον καζά ανήκαν τα εξής χωριά και οικισμοί με αμιγή τουρκικό πληθυσμό: Γιάιλας ή Γιαϊλάς (50 περίπου οικογένειες), Μπαλούκλαβας (60 περίπου οικ.), Μπόζκιοϊ, Γιλάν Χότζας (ή Εγλέν Χότζα, με 120 οικ.), Τσουλού, Χισαρτζίκι ή Ασαρτζίκι, Τεπετζίκι, Ινετζίκι (60 περίπου οικ.), Πάνω Βατζίκια, Αγαλάρ Σεκί και Χατζιλάρι.

   Το σύνολο των κατοίκων ήταν 15.724, σύμφωνα με τη στατιστική του Μιχ. Νοταρά το 1921. Απ’ αυτούς  9.217 ήταν Έλληνες (ποσοστό 59%) και 6.507 Τούρκοι.

Β) ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΕΡΥΘΡΑΙΑ

   Σ’ αυτήν ανήκουν οι περιοχές της Ερυθραίας Χερσονήσου ανατολικά του κόλπου του Υποκρήμνου (κόλπου του Γκιούλμπαξε) μέχρι τα βουνά Δυο Αδρέφια και Κιζίλ Νταγ. Διοικητικά η περιοχή ως το 1922 περιλάμβανε δυο υποδιοικήσεις (καζάδες), των Βουρλών και του Σιβρισαριού.

1. ΚΑΖΑΣ ΤΩΝ ΒΟΥΡΛΩΝ

1. Βουρλά ή Βουρλάς ή Βρουλάς. Κάτοικοι 31.313 (27.810 Έλληνες, 3.028 Τούρκοι,

    440 Εβραίοι, 35 Αρμένιοι).

2. Σκάλα. Κάτοικοι 250 Έλληνες.

3. Μεντέσι. Κάτοικοι 228 Έλληνες.

4. Κόλιτζας.

5. Όρτατζας. Κάτοικοι 152 Έλληνες, μαζί με τον Κόλιτζα.

6. Γκιούλμπαξες. Κάτοικοι 2.480 Έλληνες.

7. Γιατζιλάρι. Κάτοικοι 407 Έλληνες.

8. Πάνω ή Παλιό Ντεμερτζιλί ή Ντερμετζιλί. Κάτοικοι 100 Έλληνες.

9. Κάτω Ντεμερτζιλί. Κάτοικοι 384 Έλληνες.

10. Εγγλεζονήσι ή Κιοστένι, με δυο οικισμούς, τον Άη-Παντελέμονα και το Θόλος.

      Κάτοικοι 1.721 Έλληνες.

11. Του Γιατρού το Νησί. Κάτοικοι 50 Έλληνες.

12. Κιλιζμάνι. Κάτοικοι 1.346 (396 Έλληνες, 950 Τούρκοι).

   Επίσης ο καζάς περιλάμβανε και τα ακόλουθα δεκαεφτά χωριά με αμιγή τουρκικό πληθυσμό: Καμανί, Κουσουλάρι, Κοκκινοχώρι, Ζουμπέκι, Ντενιζλί, Γκιουβεντί, Κοτζάντερες, Σεραπταλάρι, Γελκί (ή Γιλκί), Τσαμλί, Ματζούρικα, Ντεβέντερες, Χάρακας, Ντουργούκιοϊ, Τεπετζίκι, Λαμίσι και Μπαντεμλέρια.

   Το σύνολο των κατοίκων ήταν 42.517, εκ των οποίων 33.978 Έλληνες (ποσοστό 80 %), 8.064 Τούρκοι, 440 Εβραίοι και 35 Αρμένηδες, σύμφωνα με τη στατιστική του Μιχ. Νοταρά (1921).

2. ΚΑΖΑΣ ΤΟΥ ΣΙΒΡΙΣΑΡΙΟΥ

1. Σιβρισάρι. Κάτοικοι 5.540 (2.000 Έλληνες, 3.540 Τούρκοι).

2. Ψηλή ή Αψηλή. Κάτοικοι 800 (350 Έλληνες, 450 Τούρκοι).

3. Καρακότσα, με λίγες ελληνικές οικογένειες.

4. Σακίζαγάτσι, με ελάχιστες ελληνικές οικογένειες.

   Ο καζάς είχε και αρκετά χωριά με αμιγή τουρκικό πληθυσμό, ανυπολόγιστου αριθμού: Σιγατζίκι (περίπου 1.000 κάτ.), Μπεϊνέρι, Εφέντσικούρια (περίπου 100 οικογένειες), Ντεμίσι, Αρτεμίζι, Μοναστηράκι, Παγιαμλί (περίπου 40 οικ.), Κουιτζάκι, Καβάντερες (περίπου 30 οικ.), Καβατζίκι (περίπου 40 οικ.) και Τεπετζίκι (περίπου 200 κάτ.).

   Το σύνολο των κατοίκων της περιοχής αυτής το 1920-1922 έφτανε κατά προσέγγιση τις 9.000, εκ των οποίων περίπου 2.500 Έλληνες (ποσοστό 27 %, το μικρότερο σε όλη την Ερυθραία).

Θοδωρής Κοντάρας

2003