ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΑ 200 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

 

 

 


                                                                             

Θοδωρής Κοντάρας

6 Μαΐου 2021

 

Το ιστορικό τραγούδι με τίτλο «Του Γκιαλμή μπέη» απήγγειλε στην κόρη του Μαρία Ροζακή - Χιώνη, τον Μάρτιο του 2021, ο Δημητρός Ροζακής, που γεννήθηκε το 1925 στον προσφυγικό οικισμό της Κάτω Παναγιάς, στην Κυλλήνη Ηλείας. Ο παππούς Δημητρός γνωρίζει παιδιόθεν το τραγούδι από τον δικό του παππού, τον Μανόλη Ροζακή, καταγόμενο από το αμιγώς ελληνικό χωριό Κάτω Παναγιά (σήμερα Τσιφτλίκ – Çiftlik), που βρίσκεται απέναντι από τη Χίο και πολύ κοντά στον Τσεσμέ της Ερυθραίας Μ. Ασίας.

    Οφείλω θερμές ευχαριστίες στον φίλο μου Κώστα Σιταρά, που είχε την ευγενή καλοσύνη να μου αποστείλει το βίντεο με τον Δημητρό Ροζακή, τελευταίο επιζώντα από τα συνολικά έντεκα αδέλφια του παππού του. Η χθεσινή αποστολή του Κ. Σιταρά υπήρξε η αφορμή και το έναυσμα για τούτο το μικρό πόνημα.

 

   Το τραγούδι είναι πολύ γνωστό ως «Του Κιαμίλμπεη» από παλιότερες εκδόσεις ιστορικών δημοτικών τραγουδιών. Παρακάτω παρατίθενται δυο παρόμοιες παραλλαγές από την Πελοπόννησο, που είναι και ο τόπος δημιουργίας του τραγουδιού, ιδίως η περιοχή της Αργολιδοκορινθίας. Ο χρόνος σύνθεσης του τραγουδιού είναι επίσης πολύ συγκεκριμένος: η περίοδος της επανάστασης από το καλοκαίρι του 1822 και λίγο αργότερα. Δηλαδή το τραγούδι συνετέθη αμέσως μετά τη δολοφονία του Κιαμίλ, του ξακουστού μπέη της Κορίνθου.

     Πώς βρέθηκε όμως αυτό το μοραΐτικο τραγούδι στις ακτές της Ιωνίας και διασώθηκε μέσα από την προφορική παράδοση των προσφύγων μέχρι την εποχή μας; Η απάντηση βρίσκεται στις ιστορικές συγκυρίες κάθε εποχής.

   Όπως είναι διαπιστωμένο, πολύ πριν από την ελληνική επανάσταση, αλλά και αργότερα, έως το τέλος του 19ου αιώνα, πολλές χιλιάδες Έλληνες από την ευρωπαϊκή Ελλάδα και τα νησιά εγκαταστάθηκαν, κάτω από διάφορες συνθήκες, στις ακτές της Μ. Ασίας, όπου βρήκαν εύκολα δουλειά, σταδιακά «γινήκανε νοικοκυραίοι» και δεν ξαναγύρισαν πια στον τόπο καταγωγής τους. Ποιος, αλήθεια, αφήνει τη μικρασιατική «Γη της Επαγγελίας», τον πλούσιο τόπο, για να ξαναγυρίσει στα στενόχωρα κι άγονα νησιά ή στα κακοτράχαλα κι αλλεπάλληλα ελλαδικά βουνά;

    Αυτοί οι μετανάστες - έποικοι, καθώς είναι φυσικό, στη νέα πατρίδα μετέφεραν την τοπική τους γλώσσα, τα ήθη, έθιμα, τραγούδια και γενικά τον πνευματικό πολιτισμό της παλιάς πατρίδας.

    Έτσι μεταφέρθηκαν σε διάφορα μέρη της Μ. Ασίας τραγούδια κλέφτικα, ηρωικά, των επαναστατικών χρόνων ή και παλιότερα. Τέτοια δεν απαντώνται έως τότε στη μουσική παράδοση των Μικρασιατών, γιατί στη Μ. Ασία, για ευνόητους λόγους, δεν υπήρξαν ποτέ ούτε κλεφταρματολοί ούτε σημειώθηκε μεγάλος επαναστατικός αναβρασμός, όπως σε άλλα ελληνικά μέρη. Έχουν καταγραφεί πάρα πολλά τέτοια τραγούδια από πρόσφυγες των παραλίων μετά το 1922, όπως Του Κίτσουτου Αντρούτσου) η μάνα, Τ’ Αλή πασά το άλογο, Του Μαρκομπότσαρη, Των Κολοκοτρωναίων, Τα σαράντα παλληκάρια, Στ’ Αναπλιού το Παλαμήδι, Η Δέσπω, Η κλεφτοπούλα κλπ.

    Επίσης πολλά πατριωτικά τραγούδια του 19ου αι., μοραΐτικα και ρουμελιώτικα κυρίως, μάθαιναν τα Ρωμνάκια της Μικρασίας στα σχολεία, από δασκάλους, Παλιολλαδίτες ή άλλους, σπουδασμένους στην Αθήνα, το εθνικό κέντρο των Ελλήνων. Η ευρεία διάδοση τέτοιων «εθνικών» τραγουδιών (π. χ. Έχε γεια, καημένε κόσμε) πίστευαν ότι θα τόνωνε τα πατριωτικά αισθήματα των υποδούλων Ελλήνων και θα χαλύβδωνε την ελληνική εθνική τους συνείδηση, ώστε να αποζητήσουν την απελευθέρωση και την ενσωμάτωσή τους στο ελληνικό κράτος.

     Κάπως έτσι βρέθηκε το συγκεκριμένο τραγούδι στην περιοχή του Τσεσμέ, μέσα στις πνευματικές αποσκευές ενός Μοραΐτη οικονομικού μετανάστη από την περιοχή της Κορινθίας στη Δυτική Μικρασία. Του Κιαμίλμπεη το τραγούδι, εξάλλου, δεν ανήκει στην κατηγορία των τραγουδιών που συνήθιζαν να διαδίδουν οι δάσκαλοι στα σχολεία, για τον απλό λόγο ότι αναφέρεται σ’ έναν αδικοσκοτωμένο Τούρκο κι όχι σ’ έναν πεσόντα μαχητή.

     Αυτά τα πατριωτικά τραγούδια, τα κλέφτικα, τα «σουλιώτικα» και τα ηρωικά, συγκινούσαν πολύ την ελληνική ψυχή των υποδούλων, που τα αποστήθιζαν εύκολα και υπερηφανεύονταν να τα τραγουδούν ή να τα απαγγέλλουν ως ρίμες, συχνά με κίνδυνο να τιμωρηθούν από τους Τούρκους. Μέσω αυτών θεωρούσαν ότι συνδέονταν άμεσα με τον ελεύθερο Ελληνισμό και τα επαναστατικά του κατορθώματα. 

 

     Το τραγούδι του Γκιαλμή μπέη είναι μια πολύ ιδιαίτερη κατωπαναγούσικη παραλλαγή, η οποία διαφέρει αρκετά από τις άλλες δυο που παραθέτουμε πιο κάτω. Όμως φαίνεται πως είναι ελλιπής, γιατί της λείπουν μερικοί στίχοι από το πρώτο μέρος. Ποιος να ξέρει τι θα ανέφερε η κανονική αρχή του τραγουδιού. Εδώ μας εισάγει πολύ απότομα στο θέμα. Εκείνο το «Σηκώνεται» προϋποθέτει πως κάτι προηγήθηκε, ίσως ένας διάλογος μεταξύ των δεσμωτών του και του αιχμαλωτισμένου Κιαμίλ, ο οποίος ανησυχεί πολύ για την τύχη του χαρεμιού, όπου συμπεριλαμβάνονταν όλα τα γυναικόπαιδα του σαραγιού του.  

    Μετά την υπερήφανη, αξιοπρεπή, ηρωική, έντιμη και ηθική στάση του Γκιαλμή μπέη να μην υποκύψει στις υποτιμητικές απαιτήσεις των επαναστατών (Δεν προσκυνώ ‘κονίσματα ούτ’ Έλληνες ραγιάδες), ακολουθεί η σθεναρή, αλλά μάταιη αντίστασή του κατά των Ελλήνων, που βασίζεται στο αριθμητικό πλεονέκτημα των Οθωμανών πολεμιστών και στον έλεγχο των οχυρών σημείων. Υπενθυμίζουμε ότι ο Ακροκόρινθος ήταν ένα από τα ισχυρότερα και θεωρητικώς «άπαρτα» κάστρα της Ρούμελης (των Βαλκανίων δηλαδή), που οι Τούρκοι τον αποκαλούσαν «Το άστρο της Ανατολής».

    Στη σφοδρή σύγκρουση, «πέσαν τα βόλια σα βροχή κι οι σφαίρες σα χαλάζι», με αποτέλεσμα την πανωλεθρία των Τούρκων. Αυτό δηλώνεται πολύ λιτά στη δεύτερη ενότητα, με δυο μόνο στίχους, τους οποίους συναντάμε σε πολλά και διάφορα ηρωικά δημοτικά τραγούδια, ως κοινό τόπο.

     Από εδώ έως το τέλος, σχεδόν το 1/3 του τραγουδιού (7 στίχοι από τους 18 συνολικά) αφιερώνεται στον αντίκτυπο της βαριάς τουρκικής ήττας μέσα στην ίδια την οθωμανική κοινωνία του Μοριά, ιδίως στο γυναικόκοσμο. Εδώ έγκειται και το μεγαλείο των Ελλήνων δημιουργών του τραγουδιού. Δεν εορτάζουν ξέφρενα οι ίδιοι –όπως ίσως θα ήταν φυσικό κι επόμενο– εξυψώνοντας τον εαυτό τους και επαινώντας τα κατορθώματα και τον ηρωισμό τους στις μάχες, με έντονα πανηγυρικό τρόπο, αλλά συμμετέχουν έμμεσα και διακριτικά στο πένθος των Τούρκων, με ανθρωπιά κι αισθήματα αλληλεγγύης. Γιατί ο θάνατος και το πένθος είναι η κοινή μοίρα όλων.

     Με αλλεπάλληλη χρήση του «νόμου των τριών», που είναι ένα από τα πιο συνήθη σχήματα λόγου στο δημοτικό μας τραγούδι, ο λαϊκός ποιητής συλλυπείται μαζί με τις γυναίκες για το χαμό τόσων αγαπημένων τους προσώπων. Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η παντελής απουσία των αντρών, αφού ο ποιητής, μ’ αυτόν τον υπερβολικό τρόπο, θέλει να δείξει την εξόντωσή τους στα πεδία των μαχών.

    Ο θρήνος είναι μεγάλος για τις συζύγους και τις μάνες που έχασαν τους άντρες και τους γιους τους, αλλά αποκορυφώνεται στο πρόσωπο της μικρότερης χανούμισσας, της Γκιούλ χανούμ, τελευταίας και πιο αγαπημένης συζύγου του Γκελμήμπεη, πιθανόν ελληνικής καταγωγής. Αυτή τελικά χτυπήθηκε περισσότερο από τη μοίρα και τα έχασε όλα: «τα μάτια» και «το φως» της, τον άτυχο λατρευτό της σύζυγο Γκελμήμπεη, ο οποίος δεν ήταν απλώς ένα αγαπημένο πρόσωπο, αλλά ο σημαντικότερος και πιο ξεχωριστός Μοραΐτης Οθωμανός, «το πρώτο παλληκάρι μέσα στην Τριπολιτσιά», η «κολόνα του Μοριά» και το «καμάρι της Ρούμελης».

    Και στις άλλες δυο παραλλαγές, ο λαϊκός ποιητής εστιάζει επίσης στον πόνο αυτής της γυναίκας, θέλοντας μέσα από τα θρηνητικά της λόγια να επαινέσει τον Κιαμίλη για τα εξαιρετικά προσόντα, τα νιάτα (ήταν μόνο 38 χρονών) και την μεγάλη αξία του.

  

    Το τραγούδι του Γκιαλμή μπέη είναι τελικά ένα καλά κρυμμένο διαμαντάκι της δημοτικής μας ποίησης, που έφτασε αναπάντεχα ως τις μέρες μας, 199 χρόνια μετά τη δημιουργία του, μέσα από την προφορική παράδοση των Μικρασιατών προσφύγων.

     Παππού Δημητρό και φίλε Κώστα, σας ευχαριστούμε για άλλη μια φορά εκ βαθέων!

 

 

 

 

 

Του Γκιαλμή μπέη

 

Σηκώνεται ο Γκιαλμή μπεής,[1] παρακαλεί και λέει

να βρει τους Έλληνες εκεί και τους[2] καπεταναίοι,

να μη σηκώσουν άρματα απάνω στο χαρέμι.

 Ώρα καλή σας, Έλληνες κι εσείς καπεταναίοι,

να μη σηκώσετ’ άρματα απάνω στο χαρέμι.

– Προσκύνα, βρε Γκιαλμή μπεή, τους Κολοκοτρωναίοι,

να σου χαρίσω τη ζωή σ’ εσέ και στο χαρέμι.

– Δεν προσκυνώ ‘κονίσματα ούτ’ Έλληνες ραγιάδες,[3]

γιατί έχω κάστρα δυνατά και Τουρκαρβανιτάδες.[4]

 

Πέφτουν τα βόλια σα βροχή κι οι σφαίρες σα χαλάζι

κι αυτά τα λιανοντούφεκα σαν άμμο της θαλάσσης.

 

Κλαίνε μανάδες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες,

κλαίνε και τρεις χανούμισσες κι οι τρεις χαριτωμένες.

Η μια έκλαιγε τον άντρα της, η άλλη το παιδί της

κι η τρίτη η μικρότερη το δόλιο το μπεή της.

– Γκελμή μπεή μου, μάτια μου, Γκελμή μπεή μου, φως μου,

που ‘σουν κολόνα του Μοριά, της Ρούμελης καμάρι

και μέσα στην Τριπολιτσιά το πρώτο παλληκάρι.

 

Δημητρός Ροζακής

 

 

Το ακόλουθο τραγούδι, μαζί με τα σχόλια, αντιγράψαμε από το βιβλίο της Ακαδημίας Αθηνών Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια (Εκλογή), τόμ. Α΄, Εν Αθήναις 1962 (σελ. 162).

 

Του Κιαμίλ μπέη

 

«Ο Κιαμίλ μπέης της Κορίνθου ήτο κατά το 1821 ο ισχυρότατος και πλουσιώτατος των εν Πελοποννήσω Τούρκων. Φοβηθείς εκ της προόδου της επαναστάσεως των Ελλήνων, κατέφυγεν εις την Τρίπολιν, καταλιπών την οικογένειάν του εις τον Ακροκόρινθον,[5] όπου ενέκρυψε και τους θησαυρούς αυτού, τους οποίους ο λαός εφαντάζετο ως ανερχομένους εις πολλά εκατομμύρια.[6] Κατά την άλωσιν της Τριπόλεως συνελήφθη αιχμάλωτος και καθείρχθη εις τον Ακροκόρινθον. Ότε δε επιδραμόντος του Δράμαλη κατά το 1822 ο φρούραρχος Αχιλλεύς Θεοδωρίδης[7] εγκατέλιπε τον Ακροκόρινθον, έκρινε αναγκαίον να θανατώση τον Κιαμίλ, όστις ηρνείτο να αποκαλύψη εις τους Έλληνας τας κρύπτας των χρημάτων του. Μέρος τούτων λέγεται ότι εύρεν ο Δράμαλης, όστις και ενυμφεύθη την χήραν του Κιαμίλ μπέη.»[8]

 

Ν. Γ. Πολίτου, Εκλογαί

από τα τραγούδια του ελλην. λαού, αρ. 13

 

Πήραν τα κάστρα, πήραν τα, πήραν και τα ντερβένια,[9]

πήραν και την Τριπολιτσά, την ξακουσμένη χώρα.

Κλαίουν στους δρόμους Τούρκισσες, κλαίουν εμιροπούλες,[10]

κλαίει και μια χανούμισσα τον δόλιο τον Κιαμίλη.

Πού είσαι και δεν φαίνεσαι, καμαρωμένε αφέντη!

Ήσουν κολόνα στο Μοριά και φλάμπουρο στην Κόρθο,

ήσουν και στην Τριπολιτσά πύργος θεμελιωμένος.

Στην Κόρθον πλια δε φαίνεσαι ουδέ εις στα σαράγια.

Ένας παπάς σου τά ’καψε τα έρμα τα παλάτια.[11]

 

Κλαίουν τ’ αχούρια γι’ άλογα και τα τζαμιά γι’ αγάδες,

κλαίει και η Κιαμίλαινα το δόλιο της τον άντρα.

 

Claude Fauriel, Chants populaires de la Grèce,

Παρίσι 1825, τόμ. II, σελ. 62

 

 

 

Το ακόλουθο τραγούδι του Κιαμίλη, μαζί με τα σχόλια, αντιγράψαμε από το βιβλίο Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια Α΄ - Εκλογή κειμένων, σχόλια και εισαγωγή Δημητρίου Πετροπούλου, Βασική Βιβλιοθήκη αριθ. 46, Αθήνα, 1958 (σελ. 168)

 

Του Κιαμήλμπεη

 

«Στην ελληνική δημοτική ποίηση υπάρχουν τραγούδια εμπνευσμένα από ηρωισμούς ή παθήματα προσώπων, που με τις πράξεις τους έβλαψαν άτομα ή το έθνος γενικώτερα. Ο λαϊκός ποιητής, καθώς και ο λαϊκός ακροατής του, δοκιμάζουν συγκινήσεις από πράξεις ανθρώπων ανεξάρτητα από το ηθικό τους περιεχόμενο και από πατριωτικές ιδέες. Στα τραγούδια του είδους αυτού ανήκει και το τραγούδι του Κιαμήλμπεη…»[12]

 

Πήραν τα κάστρα, πήραν τα, πήραν και τα ντερβένια,

πήραν και την Τριπολιτσά, την ξακουσμένη χώρα.

Κλαίουν στους δρόμους Τούρκισσες, κλαίουν εμιροπούλες,

κλαίει και μια χανούμισσα το δόλιο τον Κιαμήλη.

– Αχ, πού ‘σαι και δε φαίνεσαι, καμαρωμένε αφέντη,

που ‘σουν κολόνα στο Μοριά και φλάμπουρο στην Κόρθο,

ήσουν και στην Τριπολιτσά θεμελιωμένος πύργος.

Στην Κόρθο πλια δε φαίνεσαι ουδέ μέσ’ στα σαράια,

ένας παπάς σου τά ’καψε τα έρμα τα παλάτια.

 

Κλαίουν τ’ αχούρια γι’ άλογα και τα τζαμιά γι’ αγάδες,

κλαίει και η Κιαμήλαινα το δόλιο της τον άντρα.

Σκλάβος ραϊάδων έπεσε και ζει ραϊάς ραϊάδων.

 

 

    Ακούστε κι αυτά τα τραγούδια που αλίευσα από το διαδίκτυο. Έχουν τρεις διαφορετικές μελωδίες, μια στο ρυθμό του καλαματιανού συρτού χορού, μια στο ρυθμό του τσάμικου και μια σε ελεύθερο σκοπό, όπως ταιριάζει στα υπέροχα και δύσκολα καθιστικά τραγούδια, τα λεγόμενα της τάβλας. Και τα τρία προέρχονται φυσικά από την Πελοπόννησο και είναι οι μελωδικές παραλλαγές των παραπάνω τραγουδιών.

 

Κιαμίλ Μπέης

Καλαματιανό της Κορινθίας με τον Παναγιώτη Λάλεζα

https://www.youtube.com/watch?v=kRdFJINmOnA

 

Απόσπασμα βίντεο από εκπομπή της ΕΡΤ1 «Μουσικοί Δρόμοι της Ελλάδας» Επιμέλεια: Νίκος Μπαζιάνας - Δόμνα Σαμίου.

Τραγουδά ο Παναγιώτης Λάλεζας σε ηλικία 13 ετών.

Συμμετέχουν οι μουσικοί: Κυριάκος Κωστούλας, κλαρίνο, Παντελής Καβακόπουλος, βιολί και Ανδρέας Γιακουμάκης, τουμπελέκι.

 

Άιντε, Κιαμίλμπεης –ν-ο δόλιος– φώναξε, Κιαμίλμπεης φωνάζει:

- Δεν είν’ κανέ- κανένας πουθενά –παιδιά μου– πουθενά,

ώρε, δεν είν’ κανέ- κανένας πουθενά να πάει στη μαύρη Κόρθο,

να πάει να πει –να πει–  της μπέγαινας –παιδιά μ’– της μπέγαινας,

ώρε να πά’ να πει –να πει–  της μπέγαινας, να ειπεί και στα παιδιά μου

ποτέ τους μη –βρε– μη με καρτερούν –το δόλιο– καρτερούν,

ώρε, ποτέ τους μη –μωρέ– μη με καρτερούν και μη με περιμένουν.

Εδώ που ε- που εκλειστήκαμε –παιδιά μ’– κλειστήκαμε…

 

Κιαμήλ Μπέης

Τσάμικο της Κορινθίας με τον Παναγιώτη Λάλεζα

(από τον ψηφιακό δίσκο

«Παραδοσιακοί χοροί και τραγούδια της Αρχαίας Κορίνθου»)

 

https://www.youtube.com/watch?v=vrvHaSFPD98

 

Κιαμήλμπεη, δε φαίνεσαι, καμαρωμένε αφέντη.

Ήσουν κολόνα στο Μοριά και φλάμπουρο στην Κόρθο,

ήσουν και στην Τριπολιτσά θεμελιωμένος πύργος.

Στην Κόρθο πια δε φαίνεσαι ούτε μέσ’ στα σαράγια.

Ο Παπαφλέσσας τά ’καψε τα έρμα τα παλάτια.

Κλαίνε τ’ αχούρια γι’ άλογα και τα τζαμιά γι’ αγάδες.

 

Τσάμικο ιστορικό τραγούδι που αναφέρεται στον Κιαμήλ μπέη της Κορίνθου και την ματαιότητα της συγκέντρωσης πλούτου και εξουσίας, καθώς αποδεικνύεται πόσο ευμετάβλητη είναι η μοίρα των ανθρώπων.

    Από τους επιφανέστερους και πλουσιότερους Τούρκους του Μοριά. Αιχμαλωτίσθηκε κατά την άλωση της Τριπολιτσάς (Σεπτέμβριος 1821) και δολοφονήθηκε μερικούς μήνες αργότερα (Ιούλιος 1822) στην φυλακή του Ακροκορίνθου.

 

Κλείσαν οι στράτες του Μοριά

(Του Κιαμίλμπεη)

 

Από το Χρήστο Πανούτσο στη φωνή και το Βασίλη Μπατζή στο κλαρίνο, ακούμε το μοραΐτικο ιστορικό καθιστικό τραγούδι, το οποίο αναφέρεται στο θάνατο του Κιαμίλ μπέη της Κορίνθου (1784-1822).

 

https://www.youtube.com/watch?v=NK1KGeYDNFw

 

Ωρέ, κλείσαν οι στράτες του Μοριά,

–μωρέ– κλείσαν και  τα ντερβένια,

κλαίνε τα χάνια –ρε, μάνα μου– γι’ άλογα,

–ωρέ– κλαίνε τα χάνια γι’ άλογα,

–μωρέ– και τα τζαμιά γι’ αγάδες,

κλαίει και μια –αχ, ρε μάνα μ’– μια χανούμισσα,

–ωρέ– κλαίει και μια χανούμισσα

 –μωρέ– κλαίει για τον υγιό της,

το γιο της, τον –παιδιά μ’– Κιαμίλμπεη.

 

Από τον ιστότοπο

ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

ARGOLIKOS ARCHIVAL LIBRARY OF HISTORY AND CULTURE www.argolikivivliothiki.gr

προέρχονται τα ακόλουθα συμπληρωματικά για τον Κιαμίλμπεη:

Ο Κιαμίλ μπέης γεννήθηκε το 1784. Γιος του Νουρή μπέη, ήταν διοικητής του καζά της Κόρθος (επαρχίας Κορίνθου) από το 1815. Είχε υπό την εποπτεία του τις περιοχές Ισθμίας, Κορινθίας, Σικυωνίας, Πελλήνης, Φενεού, Στυμφαλίας, Επιδαυρίας, Τροιζήνας και εκτός της Πελοποννήσου, τα Δερβενοχώρια των Μεγάρων. Συνολικά η κυριαρχία του εκτεινόταν σε 163 χωριά.

    Καταγόταν από την οικογένεια των Απδίμ-Παγιάνων, μια εκ των ισχυροτέρων της Πελοποννήσου, η οποία τοποθετήθηκε στη διοίκηση της Κορίνθου σχεδόν αμέσως μετά το τέλος της Βενετοκρατίας στο Μοριά (1717). Η περιοχή γνώρισε τότε πρωτοφανή άνθηση. Έγινε συστηματική εκμετάλλευση των καλλιεργειών, ιδίως των ελαιόδεντρων, και συσσωρεύτηκε πολύς πλούτος στα ταμεία των μπέηδων. Φαίνεται δε ότι η καταπίεση του αγροτικού πληθυσμού δεν ήταν ανάλογη άλλων περιοχών, γιατί οι μπέηδες υποστήριξαν τον χριστιανικό πληθυσμό, ήταν αμερόληπτοι και δίκαιοι και ενίσχυσαν με κάθε τρόπο την αγροτική οικονομία. Τα μέλη της οικογένειας ζούσαν πλουσιοπάροχα και το αξίωμά τους είχε γίνει σχεδόν κληρονομικό, αφού διοικούσαν σχεδόν επί έναν αιώνα την περιοχή της Β.Α. Πελοποννήσου.

    Με το ξέσπασμα της Επανάστασης, ο Κιαμίλ μπέης βρίσκεται με την οικογένειά του στην Τριπολιτσά για ασφάλεια, αλλά μετά την κατάληψη της πόλης πιάνεται όμηρος από τους Έλληνες. Τον κρατούν φυλακισμένο, για να μάθουν πού έκρυβε τους αμύθητους θησαυρούς του. Εκτελέστηκε άδικα από τον μικρόψυχο φρούραρχο του Ακροκορίνθου Ιάκωβο (Αχιλλέα) Θεοδωρίδη στις 7 Ιουλίου 1822, τη στιγμή που πλησίαζε η στρατιά του Δράμαλη.

 

 

Για πολλές και λεπτομερείς πληροφορίες περί του Κιαμίλ μπέη, επισκεφθείτε και αυτή την ιστοσελίδα:

https://www.pemptousia.gr/2016/09/to-pirgospito-tou-kiamil-bei-sti-sikia-xilokastrou-meros-v/

 



[1] Παραφθορά του ονόματος Κιαμίλμπεης (ή Κιαμήλ μπέης, κατ’ άλλη γραφή). Ο Δ. Ροζακής στο τέλος του τραγουδιού το αναφέρει δυο φορές ως «Γκελμή μπεή».

2 τους: αντί των ορθών ιδιωματικών τις ή τσι, π.χ. τις καπεταναίοι, τσι Κολοκοτρωναίοι.

[3] Ραγιάδες, ραϊάδες (τουρκ.): υπόδουλοι.

[4] Ως γνωστόν, στο Μοριά πολέμησαν εναντίον των Ελλήνων κυρίως Τουρκαλβανοί (δηλ. Μουσουλμάνοι Αλβανοί), φερμένοι από άλλα μέρη της Ελλάδας και της Αλβανίας, αλλά και σκληροτράχηλοι ντόπιοι Μοραΐτες Τουρκαλβανοί, όπως οι Λαλιώτες.

[5] Σύμφωνα με άλλες πηγές, η οικογένεια πήγε μαζί του στην Τριπολιτσά.

[6] Η αμύθητη περιουσία του Κιαμίλμπεη αποτελεί μέχρι σήμερα θέμα συζήτησης και ερευνών. Λέγεται ότι ένα πολύ μικρό μέρος αποδόθηκε στο επαναστατικό «δημόσιο ταμείο» από τον Δημήτριο Υψηλάντη, που δεν πρόλαβε να περισώσει μεγάλο μέρος από τη λεηλασία και το πλιάτσικο των Ελλήνων καπεταναίων και πολεμιστών. Ακόμη και σήμερα παραμένουν θρυλικά τα πλούτη του Κιαμίλμπεη και πολλοί κυνηγοί θησαυρών τα αναζητούν στην Κορινθία.

[7] Ο λόγιος και ιερέας Ιάκωβος Θεοδωρίδης, από την Ύδρα, αυτόκλητος ως «Αχιλλεύς», κατ’ αναλογία με τον αρχαίο ήρωα, στον οποίο όμως δεν έμοιαζε ούτε στο παραμικρό,  καταθορυβημένος από τον ερχομό του Δράμαλη, λίγο πριν φύγει εσπευσμένα από τον Ακροκόρινθο, διέταξε να εκτελέσουν τον Κιαμίλ ο τέως υπηρέτης του Δημ. Μπενάκης και ο οπλαρχηγός Διαμ. Λαλάκας. Οι συμπολεμιστές του Θεοδωρίδη αργότερα τον περιφρόνησαν γι’ αυτή την άνανδρη πράξη και λέγεται ότι αυτοκτόνησε.

[8] Σε πηγές της εποχής αναφέρεται ότι ο Δράμαλης, καθ’ υπόδειξιν της χήρας και της μάνας του Κιαμίλ, βρήκε κρυμμένα σ’ ένα πηγάδι 40.000 πουγκιά με χρυσά νομίσματα!

[9] Ντερβένια (τουρκ.): τα στενά ορεινά περάσματα, στενωποί, κλεισούρες.

[10] Οι κόρες κι οι γυναίκες των εμίρηδων.

[11] Πιθανόν υπονοεί τον Ιάκωβο Θεοδωρίδη. Άλλη παραλλαγή αναφέρει ρητά τον Παπαφλέσσα ως εμπρηστή. Το σαράι της οικογένειας του Κιαμίλη ήταν από τα μεγαλύτερα, πλουσιότερα και πιο επιβλητικά οθωμανικά ανάκτορα στην Ελλάδα. Πολλοί ξένοι περιηγητές, που φιλοξενήθηκαν σ’ εκείνο, περιγράφουν την ομορφιά και το μεγαλείο του. Δυστυχώς το ρήμαξαν οι επαναστάτες και αργότερα κατέρρευσαν τα περισσότερα κτίσματά του. Σήμερα ελάχιστα ίχνη του απομένουν.

[12] Ο Δημ. Πετρόπουλος αναφέρει κι άλλα στοιχεία πιο κάτω, όμοια σχεδόν με όσα αναφέρει ο Ν. Γ. Πολίτης.